ΑΧ! ΕΛΛΑΔΑ
Γεννήθηκα στην Καβάλα, μια όμορφη πόλη της Ανατολικής Μακεδονίας στην Ελλάδα. Από μητέρα και πατέρα Έλληνες. Μιλάω ελληνικά και έχω μεγαλώσει με ελληνικά έθιμα και παραδόσεις. Δεν σκοπεύω να απαρνηθώ την καταγωγή μου αλλά ούτε και να ισχυριστώ ότι ανήκω σε αυτή την κατηγορία που ο «γλυκούλης» Αδόλφος χαρακτήριζε «άρια φυλή», «εκλεκτό λαό» και άλλα τέτοια γραφικά.
Εάν θεωρήσουμε ότι υπάρχουν κάποια γενικά χαρακτηριστικά που αντιπροσωπεύουν έναν λαό, για το οποίο διατηρώ τις αμφιβολίες μου, ας ρίξουμε μια ματιά στο προφίλ του Έλληνα. Ξεκινάμε με την εμφάνιση. Τον τυπικό Έλληνα δεν τον λες και δίμετρο. Ούτε και μυώδη με αφοπλιστικό χαμόγελο τον λες (ναι ο Δισκοβόλος ήταν πρότυπο αρχαίου Έλληνα αλλά δε βρισκόμαστε πια στην Αρχαία Ελλάδα). Η δε τυπική Ελληνίδα κι αν έχει ακούσει σχόλια, ιδιαιτέρως για τον σωματότυπό της. Φταίει το λάδι και η ντομάτα, χαρακτηριστικά της μεσογειακής διατροφής, που συσσωρεύονται στους γοφούς της και τι είναι τελικά αυτό που τρώνε ή δεν τρώνε οι Ελληνίδες και περιορίζει τις δυνατότητές τους να φτάσουν σε «ψηλά» επίπεδα; Όσο για το ελαφρώς ή και βαρέως σταρένιο χρώμα του Έλληνα ποιος ευθύνεται;
Η εμφάνιση όμως δεν είναι η ουσία. Άλλωστε, δεν μπορεί να κατηγορήσει κανείς κανέναν για την εμφάνιση του καθώς δεν είναι αποτέλεσμα προσωπικής του επιλογής, έτσι τον έφτιαξε ο Θεούλης. Και μιλάω απολύτως σοβαρά. Η προσωπικότητα του Έλληνα όμως; Προσπαθώντας να αποφύγω, όσο είναι εφικτό, αυθαίρετες γενικεύσεις θα σκιαγραφήσω ή θα προσπαθήσω να το κάνω, την συμπεριφορά ενός τυπικού Έλληνα.
Του Έλληνα το αίμα βράζει, λένε. Και ίσως να έχουν δίκιο. Ας φανταστούμε μια εικόνα από ένα ελληνικό γήπεδο. Η λέξη «φίλαθλος» κινδυνεύει να βγει εντελώς από το λεξιλόγιο μας που είναι πολύ πλούσιο άλλωστε. Ο οπαδός, λοιπόν καταφτάνει στο γήπεδο με τα φιλαράκια του, με ύφος μπλαζέ, τρώει ανέμελος σπόρια και σπανίως μιλά με την παρέα του πριν αρχίσει το ματς. Όχι ότι υπάρχει κανένας ιδιαίτερος διάλογος μετά τη σέντρα. Εκεί, ξεχνά τον ήρεμο και μετρημένο εαυτό του, ουρλιάζει σε κάθε αποτυχημένη προσπάθεια, βρίζει θεούς και δαίμονες ή συχνότερα τη γυναίκα, τη μάνα και όλο το σόι του διαιτητή και «κράζει» τους παίκτες της ομάδας του που «δώσαμε έναν σκασμό λεφτά για να τους πάρουμε και σέρνονται, τα παλτά»! Σε περίπτωση που η ομάδα του αναδειχθεί νικήτρια, την αποθεώνει αλλά αρκεί μια και μόνο ήττα για να τον κάνει θηρίο ανήμερο και απόλυτο μηδενιστή. Αυτό δε σημαίνει ότι αλλάζει ομάδα γιατί λατρεύει το μότο «Όσο με πληγώνεις, τόσο με πορώνεις». Το αίμα του βράζει βέβαια και εκτός γηπέδου. Για παράδειγμα όταν οδηγεί. Η ηρεμία και η νηφαλιότητα μάλλον δεν χωρούν στο αυτοκίνητο. Έτσι λοιπόν, θεωρώντας ότι ο δρόμος είναι τσιφλίκι του, τρέχει με ιλιγγιώδη ταχύτητα, αγνοεί επιδεικτικά τους πεζούς και όσο για το πράσινο και κόκκινο ανθρωπάκι τα θεωρεί, μάλλον μέρος της διακόσμησης της πόλης. Και φυσικά βιάζεται πάντα. Και φυσικά δεν μπορεί να αντέξει το μποτιλιάρισμα. Και είναι αυτονόητο ότι θα ψάξει να βρει τον τρόπο να φτάσει πιο γρήγορα στον προορισμό του ο οποίος, μια στο εκατομμύριο είναι νόμιμος.
Άλλο χαρακτηριστικό του είναι τα ακραία συναισθήματα. Θετικά και αρνητικά. Είναι ο τύπος που δε μπορεί να περιμένει στην ουρά σε μια δημόσια υπηρεσία. Εκείνος που είναι έτοιμος να πλακωθεί στο ξύλο αρκεί να του δοθεί η αφορμή και ταυτόχρονα εκείνος που θα εκδηλώσει την απέραντη χαρά του, που φτάνει στα όρια της ηδονής, όταν η χώρα του θα αναδειχθεί πρωταθλήτρια Ευρώπης. Κι ας έλεγε πριν ειρωνικά πως κάτι τέτοιο είναι απίθανο να συμβεί, ούτε σε αυτήν, ούτε στην άλλη ζωή! Επίσης, είναι ο ορισμός της υπερβολής. Σε όλα. Του αρέσει να κοιμάται πολύ, να τρώει για δέκα άτομα, να πίνει σαν τον Ορέστη Μακρή στον ασύγκριτο ρόλο του μεθύστακα, να φλερτάρει ακόμη περισσότερο. Να μιλάει δυνατά, να γελάει δυνατά, να αγαπά με πάθος και να μισεί θανάσιμα. Να διασκεδάζει, να χορεύει, να τραγουδά κι ας είναι παράφωνος, να επιδιώκει, να ελπίζει, να μάχεται.
Σε επίπεδο εργασίας και εργατικότητας βγάζει τον πονηρό του εαυτό στο προσκήνιο. Αν μπορούσε να εργάζεται κατ’οίκον θα το έκανε με όλη του την καρδιά. Ενώ συνήθως είναι ικανός για πολλά και καταρτισμένος σε πολλά, προτιμά την εύκολη οδό, εκείνη που θα τον οδηγήσει γρήγορα, χωρίς κόπο στην κορυφή. Και ο πιο σύντομος δρόμος για εκεί είναι οι γνωριμίες, σε τοπικά και μη επίπεδα.
Ο Έλληνας έχει περάσει πολέμους, κατοχή, δικτατορία και τα κουβαλά αυτά όπου κι αν πάει. Έχει βγάλει έναν Πλάτωνα, έναν Σωκράτη και έχει και μια Ακρόπολη και μια μακραίωνη ιστορία. Όλα τα παραπάνω είναι γνωστά σε όλο τον κόσμο κι είναι ωραίο όχι μόνο να τα θυμόμαστε που και που αλλά να μας ωθούν να εξωτερικεύσουμε το μεγαλείο της ψυχής μας. Δεν είναι λίγοι εκείνοι που θεωρούν αυτονόητη την κατωτερότητα των αλλοεθνών και φοβούνται όπως ο διάολος το λιβάνι, τον «ξένο». Κι ας υπάρχουν πολλοί, Έλληνες στην καταγωγή σαφώς πιο επικίνδυνοι και μικρόψυχοι που μπορούν να βλάψουν και βλάπτουν. Λες και ο «ξένος» είναι μολυσματική ασθένεια που δεν έχει θέση σε μια χώρα άλλη από τη γενέτειρά του.
Και πράγματι η ιστορία μας είναι αξιοζήλευτη, ίσως για αυτό θα έπρεπε να την γνωρίζουμε καλά. Τα γκάλοπ για το τι συνέβη στη χώρα μας το 1940 ή το 1821 που κάθε χρόνο και για το πότε γιορτάζουμε την κάθε επέτειο δίνουν υλικό για συλλογή «μαργαριταριών» και είναι ικανά να ταράξουν και τον πιο ήρεμο άνθρωπο. Η «ψυχασθένεια» αυτού του λαού εντοπίζεται ξεκάθαρα σε αυτήν την περίπτωση. Οι ίδιοι άνθρωποι που αγνοούν βασικά πράγματα σε σχέση με τον πολιτισμό και την ιστορία μας είναι εκείνοι που πρώτοι και καλύτεροι θα υψώσουν περήφανοι τη γαλανόλευκη. Και άντε, όταν υπάρχει μια εθνική επέτειος είναι κατανοητό. Όταν όμως, σε κάθε ελληνική διάκριση είτε σχετίζεται με αθλητισμό είτε με μουσική είτε με οτιδήποτε άλλο που γνωρίζει ο πολύς κόσμος (γιατί είναι πολλές και οι πρωτιές που αγνοεί καθώς είναι πολύ κουλτουριάρικες για τα γούστα του) βλέπεις Έλληνες ντυμένους τσολιάδες ή με αρχαιοελληνικές φορεσιές, δεν τρομάζεις; Και βλέπεις και την έκφραση του προσώπου, φανατισμός ανάμεικτος με περηφάνια για την καταγωγή και σκέφτεσαι «γιατί;» και απάντηση δεν παίρνεις.
Όσο για τον τρόπο που χειρίζεται τον φυσικό πλούτο, με τα όμορφα δάση και τις μοναδικές παραλίες τα σχόλια είναι περιττά. Επισκέπτεται τα ελληνικά νησιά αλλά και τους ορεινούς προορισμούς. Α! η αλήθεια να λέγεται. Όμως, δεν αντιλαμβάνεται πόσο ευλογημένος είναι ο τόπος του με αποτέλεσμα να τον γεμίζει με σκουπίδια ακόμη κι αν τον επισκεφτεί για λίγο. Φανταστείτε μια παραλία για ελεύθερο κάμπινγκ. Μια παρέα Ελλήνων έχει στήσει τη σκηνή της, μπαινοβγαίνει στη θάλασσα, τρώει, πίνει, τραγουδά, χορεύει. Τώρα κάντε εικόνα το ίδιο μέρος χωρίς τους κεφάτους κατασκηνωτές. Στην καλύτερη περίπτωση, σακούλες σκουπιδιών με υπολείμματα κονσέρβας τόνου, πλαστικά ποτήρια, μισοτελειωμένους καφέδες και κουτάκια αναψυκτικών. Στην χειρότερη, όλα τα παραπάνω σκόρπια, σε ακτίνα αρκετών μέτρων από τον τόπο σύναξης. Και φυσικά δεν αναφέρομαι προσωπικά στους κατασκηνωτές. Ένα παράδειγμα έφερα. Η κλασική περίπτωση είναι εκείνη κατά την οποία, ενώ υπάρχει κάδος σε κοντινή απόσταση ο άνετος Έλληνας ούτε καν κοιτά γύρω και πετάει αναιδώς ή με ελάχιστες τύψεις το σκουπίδι του επί τόπου, όπου κι αν βρίσκεται.
Ελπίζω το άρθρο να μη σηκώσει θύελλα αντιδράσεων (υπερβολές). Αισθάνομαι τυχερή που γεννήθηκα σε αυτόν τον τόπο με όλα τα καλά και τα άσχημα του. Αν επιχειρήσει κανείς να εξηγήσει τη συμπεριφορά του Έλληνα και από πού πηγάζει θα του αναγνωρίσει πολλά ελαφρυντικά. Όμως δεν είμαι εγώ η αρμόδια…
Κλείνω δανειζόμενη στίχους από τον Μανώλη Ρασούλη. Από τον ίδιο δανείστηκα και τον τίτλο του άρθρου… Α! και Καλό Πάσχα.
« Η πιο γλυκιά πατρίδα είναι η καρδιά, που τα άγια χώματα της πόνος και χαρά».
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου