Σάββατο 27 Νοεμβρίου 2010
Τετάρτη 17 Νοεμβρίου 2010
Η Μεγάλη Χίμαιρα/Καραγάτσης και πάλι
Η Μεγάλη Χίμαιρα είναι ένα λεπτομερές ψυχογράφημα. Ο συγγραφέας καταπιάνεται με
έναν γυναικείο χαρακτήρα και τον αναλύει συστηματικά. Είναι η ιστορία της
Μαρίνας, μιας νεαρής Γαλλίδας που ερωτεύεται, παντρεύεται και ακολουθεί τον
άντρα της στη Σύρα, στο πατρικό του σπίτι της Επισκοπής. Εκεί ζεί, κάτω από τον
βαρύ, αποδοκιμαστικό ίσκιο της πεθεράς της. Καθώς η Μαρίνα συνδέει την τύχη της
με τα βαπόρια του άντρα της, κάθε ψυχική αναταραχή της έχει περίεργες συνέπειες
πάνω στη ζωή τους. Οταν έρχεται η οικονομική καταστροφή που είναι συνδεδεμένη
με την ψυχική φθορά της ηρωίδας, τότε όλα μπαίνουν στο φαύλο κύκλο του έρωτα
και του θανάτου.
έναν γυναικείο χαρακτήρα και τον αναλύει συστηματικά. Είναι η ιστορία της
Μαρίνας, μιας νεαρής Γαλλίδας που ερωτεύεται, παντρεύεται και ακολουθεί τον
άντρα της στη Σύρα, στο πατρικό του σπίτι της Επισκοπής. Εκεί ζεί, κάτω από τον
βαρύ, αποδοκιμαστικό ίσκιο της πεθεράς της. Καθώς η Μαρίνα συνδέει την τύχη της
με τα βαπόρια του άντρα της, κάθε ψυχική αναταραχή της έχει περίεργες συνέπειες
πάνω στη ζωή τους. Οταν έρχεται η οικονομική καταστροφή που είναι συνδεδεμένη
με την ψυχική φθορά της ηρωίδας, τότε όλα μπαίνουν στο φαύλο κύκλο του έρωτα
και του θανάτου.
Κίτρινος Φάκελος/Καραγάτσης
Αν ο φίλος σας δολοφονήθηκε με γεια και χαρά του δολοφόνου! Έκανε δουλειά αριστοτεχνική. Τόσο αριστοτεχνική που, παρ' όλες τις δικαιολογημένες αμφιβολίες μας, είμαστε υποχρεωμένοι να παραδεχτούμε την άποψη της αυτοκτονίας. Να, ο λόγος που δεν τόλμησα να εκμυστηρευθώ στον εισαγγελέα τις υποψίες μου, για να διαταχθεί τακτική ανάκριση. Κίνδυνος ήταν να γελοιοποιηθώ, να χαντακώσω τη σταδιοδρομία μου, έτσι γυμνός που ήμουν από στοιχεία... Η αρμοδιότητά μου σαν αστυνομικού σταματάει εδώ, κι αρχίζει η δική σας, σαν μυθιστοριογράφου. Γιατί δεν γράφετε ένα μυθιστόρημα;
Πέμπτη 11 Νοεμβρίου 2010
Τρίτη 26 Οκτωβρίου 2010
Σάββατο 16 Οκτωβρίου 2010
Δευτέρα 11 Οκτωβρίου 2010
άμα αρχίσαμε να κλαίμε από το πρώτο επεισόδιο...
Ο όρος best-seller μου τη δίνει στα νεύρα..όταν γίνεται πολύς λόγος για κάτι μου μυρίζει απάτη. Όμως, μόλις είδα το πρώτο επεισόδιο της σειράς "Το Νησί" βασισμένη στο ομώνυμο βιβλίο της Βικτόρια Χίσλοπ και διαψεύστηκα πανηγυρικά..Για να είμαι απολύτως ειλικρινής, όταν πρωτοκυκλοφόρησε το βιβλίο δεν πείστηκα από όσα άκουσα γι' αυτό. Το περασμένο καλοκαίρι και, το ομολογώ, αφού ενημερώθηκα για την επικείμενη σειρά στο Μega, αγόρασα το εν λόγω βιβλίο. Το διάβασα μέσα σε 3 μέρες-νύχτες για την ακρίβεια-και συγκλονίστηκα. Τόσο αληθινό, τόσο δυνατό, με τόσα μηνύματα για την αγάπη, την ψυχική αντοχή, το κουράγιο. Κι όλα αυτά σε καιρούς πολύ δυσκολότερους από τους σημερινούς...Η αμφιβολία μου σχετικά με τη σειρά ήρθε αργότερα. Συνήθως τα βιβλία αποδεικνύονται καλύτερα από τις αντίστοιχες ταινίες ή σειρές κι αυτό για δύο λόγους: αρχικά γιατί, για λόγους οικονομίας χρόνου παραλείπονται λεπτομέρειες και, έπειτα γιατί το βιβλίο σου αφήνει περιθώρια να πλάσεις τις εικόνες όπως εσύ θέλεις..
Η σειρά υπόσχεται πολλά και, κυρίως, σέβεται τη συγγραφέα..
Από τα λίγα που αξίζουν στη σημερινή τηλεόραση
Η σειρά υπόσχεται πολλά και, κυρίως, σέβεται τη συγγραφέα..
Από τα λίγα που αξίζουν στη σημερινή τηλεόραση
Κυριακή 10 Οκτωβρίου 2010
BOHEMIAN RHAPSODY/LYRICS
Is this the real life?
Is this just fantasy?
Caught in a landslide
No escape from reality
Open your eyes
Look up to the skies and see
I'm just a poor boy (Poor boy)
I need no sympathy
Because I'm easy come, easy go
Little high, little low
Any way the wind blows
Doesn't really matter to me, to me
Mama just killed a man
Put a gun against his head
Pulled my trigger, now he's dead
Mama, life has just begun
But now I've gone and thrown it all away
Mama, ooh
Didn't mean to make you cry
If I'm not back again this time tomorrow
Carry on, carry on as if nothing really matters
Too late, my time has come
Sends shivers down my spine
Body's aching all the time
Goodbye, everybody
I've got to go
Gotta leave you all behind and face the truth
Mama, oooooooh (Anyway the wind blows)
I don't want to die
Sometimes wish I'd never been born at all
[Guitar Solo]
I see a little silhouetto of a man
Scaramouch, Scaramouch, will you do the Fandango
Thunderbolt and lightning, very, very frightening me
(Galileo) Galileo (Galileo) Galileo, Galileo Figaro
Magnifico-o-o-o-o
I'm just a poor boy nobody loves me
He's just a poor boy from a poor family
Spare him his life from this monstrosity
Easy come, easy go, will you let me go?
Bismillah! No, we will not let you go
Let him go
Bismillah! We will not let you go
Let him go
Bismillah! We will not let you go
Let me go (Will not let you go)
Let me go (Will not let you go) (Never, never, never, never)
Let me go, o, o, o, o
No, no, no, no, no, no, no
(Oh mama mia, mama mia) Mama Mia, let me go
Beelzebub has the devil put aside for me, for me, for me!
So you think you can stone me and spit in my eye
So you think you can love me and leave me to die
Oh, baby, can't do this to me, baby
Just gotta get out, just gotta get right outta here
[Guitar Solo]
(Oooh yeah, Oooh yeah)
Nothing really matters
Anyone can see
Nothing really matters
Nothing really matters to me
Any way the wind blows...
More lyrics: http://www.lyricsfreak.com/q/queen/#share
Is this just fantasy?
Caught in a landslide
No escape from reality
Open your eyes
Look up to the skies and see
I'm just a poor boy (Poor boy)
I need no sympathy
Because I'm easy come, easy go
Little high, little low
Any way the wind blows
Doesn't really matter to me, to me
Mama just killed a man
Put a gun against his head
Pulled my trigger, now he's dead
Mama, life has just begun
But now I've gone and thrown it all away
Mama, ooh
Didn't mean to make you cry
If I'm not back again this time tomorrow
Carry on, carry on as if nothing really matters
Too late, my time has come
Sends shivers down my spine
Body's aching all the time
Goodbye, everybody
I've got to go
Gotta leave you all behind and face the truth
Mama, oooooooh (Anyway the wind blows)
I don't want to die
Sometimes wish I'd never been born at all
[Guitar Solo]
I see a little silhouetto of a man
Scaramouch, Scaramouch, will you do the Fandango
Thunderbolt and lightning, very, very frightening me
(Galileo) Galileo (Galileo) Galileo, Galileo Figaro
Magnifico-o-o-o-o
I'm just a poor boy nobody loves me
He's just a poor boy from a poor family
Spare him his life from this monstrosity
Easy come, easy go, will you let me go?
Bismillah! No, we will not let you go
Let him go
Bismillah! We will not let you go
Let him go
Bismillah! We will not let you go
Let me go (Will not let you go)
Let me go (Will not let you go) (Never, never, never, never)
Let me go, o, o, o, o
No, no, no, no, no, no, no
(Oh mama mia, mama mia) Mama Mia, let me go
Beelzebub has the devil put aside for me, for me, for me!
So you think you can stone me and spit in my eye
So you think you can love me and leave me to die
Oh, baby, can't do this to me, baby
Just gotta get out, just gotta get right outta here
[Guitar Solo]
(Oooh yeah, Oooh yeah)
Nothing really matters
Anyone can see
Nothing really matters
Nothing really matters to me
Any way the wind blows...
More lyrics: http://www.lyricsfreak.com/q/queen/#share
ΕΠΑΡΧΙΑ ΚΑΙ…ΧΑΡΑ
Θέλω πολύ να επιβεβαιώσω τον τίτλο, αλλά πραγματικά δε ξέρω αν μπορώ…επαρχία δε σημαίνει απαραίτητα ύπαιθρος. Με πουλιά να κελαηδούν, μικρά και τρισχαριτωμένα ζωάκια να τρέχουν ανέμελα στα δάση και καλύβες σε ξέφωτα…Λυπάμαι, αλλά αυτό είναι το «Μικρό σπίτι στο λιβάδι».
Με δεδομένο, ότι κατοικώ σε επαρχία και παρά το γεγονός ότι δεν ανήκω στην κατηγορία εκείνων που έχουν στόχο τη ζωή σε μεγαλούπολη δυσκολεύομαι να τη συνηθίσω και κυρίως να την αποδεχτώ..
Και να μερικοί από τους λόγους που με εμποδίζουν…Η ζωή σε μια μικρή πόλη φαντάζει ιδανική για να κάνεις οικογένεια. Είναι όμως; Ιδού το ερώτημα. Γιατί ναι μεν, τα πάντα βρίσκονται σε αποστάσεις κοντινές οπότε δεν είναι ανάγκη να τρως τη μέρα σου στους δρόμους για να μαζέψεις τους καρπούς του έρωτά σου. Αναρωτήθηκες όμως ποτέ, αν το παιδί σου θέλει να έχει δάσκαλο τον ξάδερφο της κουμπάρας του θείου σου ο οποίος είναι πολύ καλός άνθρωπος και «μην ανησυχείς, θα σε έχει από κοντά»; Και μη μου πεις πως δεν έρχονται στιγμές που δε θέλεις να δεις απολύτως κανέναν. Και τυχαίνει να έχεις δουλειά στην αγορά. Σε μια βόλτα στην πόλη πετυχαίνεις συμμαθητές σου από το νηπιαγωγείο τους οποίους είχες διαγράψει από τη μνήμη σου και οι οποίοι ωστόσο «καίγονται» να μάθουν τα νέα σου. Που αν αρχίσεις να τους τα λες δε θα ‘χεις σταματημό(τελευταία φορά που τους είδες το μόνο που μπορούσατε να πείτε ήταν «Λόλα, να ένα μήλο» όχι τα νέα σας)! Επίσης, μάστιγα στις μικρές κοινωνίες απανταχού της γης είναι η ψωροπερηφάνια και ο νεοπλουτισμός. Το αστείο είναι ότι αυτή η επίμονη προσπάθεια διάκρισης γίνεται με κάθε δυνατό τρόπο. Από το ολοκαίνουριο και πανάκριβο αυτοκίνητο που ξόδεψες ένα κάρο λεφτά να το αγοράσεις, πρακτικό δε το λες σε καμία περίπτωση( ένα θηριάκι είναι, να το παρκάρεις σχεδόν απίθανο) αλλά τι σημασία έχει; Φτάνει που το κυκλοφορείς και πιο συγκεκριμένα που σε βλέπουν να το κυκλοφορείς. Μέχρι το καινούριο σου αμόρε, που είναι πολύ ωραίος τύπος, καλό παιδί και φυσικά, έχει και λεφτά. Δεν είναι κανένας τυχαίος( άσχετα αν κάνει τη δουλειά του μπαμπά-το νούμερο του τραπεζικού λογαριασμού είναι που μετρά), είναι κορυφαίος στον τομέα του. Μια κατάσταση που μου θυμίζει έντονα μια λαϊκή, σοφή παροιμία… «Πρώτος στο χωριό, τελευταίος στην πόλη…»
Ένα κεφάλαιο από μόνο του αποτελεί το σύνηθες φαινόμενο του κοινωνικού σχολιασμού που αν λείψει είναι σα να τρως σκέτο ψωμί, χωρίς λίγο τυράκι. Έτσι για να νοστιμίσει…Η ζωή σου στην επαρχία, λοιπόν είναι δύσκολο να αποτελεί προσωπική υπόθεση. Αν βήξεις, απλά, σε λίγο το έχει μάθει η μισή πόλη(η άλλη μισή θα έχει ενημερωθεί πριν αλλάξει η μέρα, στο υπογράφω). Δε μιλάμε για πιο ακραία περιστατικά, να τολμήσεις π.χ να βγεις για έναν καφέ με έναν φίλο, μόλις χώρισες! Εκεί τα σενάρια επιστημονικής φαντασίας δίνουν και παίρνουν. Ξεκινούν από υποθέσεις του τύπου «λες να είναι μαζί;» μέχρι μετά Χριστόν προφήτες « εγώ το είχα καταλάβει ότι κάτι υπήρχε μεταξύ τους, μη κοιτάς που δε μίλαγα». Μια κίνησή σου μπορεί να δώσει τροφή για σχολιασμό για καιρό, ανάλογα με τη βαρύτητα του «αδικήματος», μέχρι να προκύψει κάτι άλλο, πιο πιπεράτο, που εμπλέκει περισσότερα άτομα και το οποίο, όπως και να ‘χει είναι σαφώς πιο ενδιαφέρον, μέχρι το επόμενο and so the story goes…
Κάτι άλλο, που σε κουράζει, πιστεύω είναι η επανάληψη. Η οποία είναι βέβαια «μήτηρ μαθήσεως» αλλά αυτό ισχύει στο διάβασμα. Στη ζωή τι να μάθεις πια, το οποίο δεν έχεις μάθει μέχρι τώρα; Αν επιλέξεις να φας ένα μεσημέρι με τους φίλους σου σε κάποια ταβέρνα είναι πολύ πιθανό να πετύχεις εκεί μια άλλη παρέα που είχε την ίδια ακριβώς φαεινή ιδέα με εσένα. Και αυτό δεν είναι κατ’ ανάγκην κακό. Όταν όμως, μετά το ωραιότατο τσιμπούσι επιλέξεις να πιεις το καφεδάκι σου, έτσι για να γίνει ευκολότερα η χώνεψη και συναντήσεις τα ίδια ακριβώς άτομα, δε σε πιάνει ένας τρόμος; Δε νιώθεις σα να βγήκατε όλοι μαζί και από κει που ήσασταν 6 άτομα ξαφνικά μπορείς να «κατεβάσεις» κανονική ομάδα ποδοσφαίρου μαζί με αναπληρωματικούς; Εντάξει γελάς, έχει την πλάκα του δε λέω, αλλά εμένα με τρομάζει λιγάκι. Και δεν τρομάζω εύκολα, πρέπει να πω. Ή αποφασίζεις να πας να πιεις ένα ποτάκι, σαν άνθρωπος που είσαι. Οι επιλογές σου είναι πολύ συγκεκριμένες, μπορούν να γίνουν και εντελώς συγκεκριμένες. Πηγαίνεις, ως συνήθως στο μαγαζί που συχνάζεις και νιώθεις άνετα. Θέλεις να πιεις μια μπύρα, να πεις δυο κουβέντες με τους φίλους και τίποτα άλλο πέρα από αυτό. Έλα όμως που σα μανιτάρια ξεφυτρώνουν φίλοι και γνωστοί και ανταλλάσσεις και μ’ αυτούς τα νέα σου. Και άντε να τα πεις λιγάκι. Αν λόγω έλλειψης τακτ, παρέας ή λόγω άνεσης καθίσουν στο τραπέζι σου με την ατάκα έτοιμη «δεν ενοχλώ ε;» τι μπορείς να πεις εσύ που αγενής δεν είσαι; Υπομένεις και χαμογελάς, χαμογελάς και υπομένεις. Η βραδιά θα τελειώσει κάποια στιγμή.
Αυτό που μπορεί να με βγάλει απ’ τα ρούχα μου είναι οι δημόσιες σχέσεις. Αυτό, που μοιράζεις φιλιά δεξιά και αριστερά και μιλάς, πολύ με κάθε καρυδιάς καρύδι, μπορεί να με οδηγήσει απευθείας στην τρέλα. Και στην περίπτωση που έτσι σε γέννησε η μάνα σου, κοινωνικό πλάσμα, σε νιώθω. Αν όμως γίνεται ψεύτικα και επιδεικτικά γιατί ποτέ δε ξέρεις, μπορεί ο συνομιλητής σου που παρεμπιπτόντως δε χωνεύεις καθόλου αύριο, μεθαύριο να γίνει πελάτης σου, χτυπάει άσχημα. Οπότε πρέπει να τα ‘χεις καλά μαζί του και με όλους αν γίνεται. Το οποίο είναι ανθρωπίνως αδύνατο, να αρέσεις ή να σ’ αρέσουν όλοι. Και για να μην παρεξηγηθώ, δεν επικροτώ τον σνομπισμό αλλά πώς να το κάνουμε, ώριμος άνθρωπος και έξυπνος είσαι γιατί να παίζεις θέατρο σκιών; Εσύ με την αξία σου και όχι με ξένες πλάτες όπως θα έλεγε κι ο Στελλάρας, μπορείς να γίνεις συμπαθής.
Και τώρα που είπα «ξένες πλάτες» θυμήθηκα και το άλλο το φαινόμενο που συναντάς πιο συχνά κι απ’ τον κολλητό σου. Το «μέσον», ή «δόντι» ή «βύσμα», όπως κι αν το πω νομίζω με καταλαβαίνεις και η αλόγιστη χρήση του. Σήμερα, που τα πράγματα είναι δύσκολα, κυρίως σε επίπεδο επαγγελματικής αποκατάστασης, το να χρησιμοποιείς μια καλή γνωριμία για να βρεις κι εσύ μια «θέση στον ήλιο» είναι αυτονόητο. Το να βλέπεις όμως ανθρώπους που αν δεν είχαν αυτό το πολυπόθητο «κονέ» το πολύ-πολύ να βαρούσαν με εκπληκτικές επιδόσεις μύγες τον Αύγουστο(που είναι και πιο παχιές) να βολεύονται σε θέσεις αξιώσεων κι ας μην έχουν ιδέα τι να τις κάνουν, κάπως σου φαίνεται. Σε μια μικρή πόλη, λοιπόν βλέπεις πολλά τέτοια, τραγικά, κατά την ταπεινή μου άποψη και στην καλύτερη περίπτωση γελάς…Εννοείται ότι προεκλογικά οι υποσχέσεις αυξάνονται και πληθύνονται, το ίδιο και οι ελπίδες που πολύ συχνά αποδεικνύονται φρούδες. Και πάντα υπάρχει και κάποιος άλλος που θα υποσχεθεί. Θα τηρήσει όμως;
Κλείνοντας αυτή την αρκετά γλαφυρή περιγραφή της ζωής στην περιφέρεια, αισθάνομαι την ανάγκη να διευκρινίσω κάποια πράγματα: τα πλεονεκτήματα είναι εξίσου πολλά(πείθω;)αλλά πάνω απ’ όλα απαραίτητη προϋπόθεση είναι η καλή διάθεση και το χιούμορ. Και πρέπει να πω(κρίση ειλικρίνειας που πιστεύω βαθιά ότι θα εκτιμηθεί από τους αναγνώστες), ότι δεν είναι λίγες οι φορές που έπεσα και εγώ θύμα αυτής της κατάστασης. Διαφωνώ όμως κάθετα με την αντίληψη του «τώρα που μπήκες στο χορό, θα χορέψεις». Μπορείς, κάλλιστα να συνειδητοποιήσεις ότι ο συγκεκριμένος «χορός» δεν είναι της αρεσκείας σου και απλά να βλέπεις τους άλλους να χορεύουν! Και πίστεψε με είναι πολύ πιο διασκεδαστικό!!!
Θέλω πολύ να επιβεβαιώσω τον τίτλο, αλλά πραγματικά δε ξέρω αν μπορώ…επαρχία δε σημαίνει απαραίτητα ύπαιθρος. Με πουλιά να κελαηδούν, μικρά και τρισχαριτωμένα ζωάκια να τρέχουν ανέμελα στα δάση και καλύβες σε ξέφωτα…Λυπάμαι, αλλά αυτό είναι το «Μικρό σπίτι στο λιβάδι».
Με δεδομένο, ότι κατοικώ σε επαρχία και παρά το γεγονός ότι δεν ανήκω στην κατηγορία εκείνων που έχουν στόχο τη ζωή σε μεγαλούπολη δυσκολεύομαι να τη συνηθίσω και κυρίως να την αποδεχτώ..
Και να μερικοί από τους λόγους που με εμποδίζουν…Η ζωή σε μια μικρή πόλη φαντάζει ιδανική για να κάνεις οικογένεια. Είναι όμως; Ιδού το ερώτημα. Γιατί ναι μεν, τα πάντα βρίσκονται σε αποστάσεις κοντινές οπότε δεν είναι ανάγκη να τρως τη μέρα σου στους δρόμους για να μαζέψεις τους καρπούς του έρωτά σου. Αναρωτήθηκες όμως ποτέ, αν το παιδί σου θέλει να έχει δάσκαλο τον ξάδερφο της κουμπάρας του θείου σου ο οποίος είναι πολύ καλός άνθρωπος και «μην ανησυχείς, θα σε έχει από κοντά»; Και μη μου πεις πως δεν έρχονται στιγμές που δε θέλεις να δεις απολύτως κανέναν. Και τυχαίνει να έχεις δουλειά στην αγορά. Σε μια βόλτα στην πόλη πετυχαίνεις συμμαθητές σου από το νηπιαγωγείο τους οποίους είχες διαγράψει από τη μνήμη σου και οι οποίοι ωστόσο «καίγονται» να μάθουν τα νέα σου. Που αν αρχίσεις να τους τα λες δε θα ‘χεις σταματημό(τελευταία φορά που τους είδες το μόνο που μπορούσατε να πείτε ήταν «Λόλα, να ένα μήλο» όχι τα νέα σας)! Επίσης, μάστιγα στις μικρές κοινωνίες απανταχού της γης είναι η ψωροπερηφάνια και ο νεοπλουτισμός. Το αστείο είναι ότι αυτή η επίμονη προσπάθεια διάκρισης γίνεται με κάθε δυνατό τρόπο. Από το ολοκαίνουριο και πανάκριβο αυτοκίνητο που ξόδεψες ένα κάρο λεφτά να το αγοράσεις, πρακτικό δε το λες σε καμία περίπτωση( ένα θηριάκι είναι, να το παρκάρεις σχεδόν απίθανο) αλλά τι σημασία έχει; Φτάνει που το κυκλοφορείς και πιο συγκεκριμένα που σε βλέπουν να το κυκλοφορείς. Μέχρι το καινούριο σου αμόρε, που είναι πολύ ωραίος τύπος, καλό παιδί και φυσικά, έχει και λεφτά. Δεν είναι κανένας τυχαίος( άσχετα αν κάνει τη δουλειά του μπαμπά-το νούμερο του τραπεζικού λογαριασμού είναι που μετρά), είναι κορυφαίος στον τομέα του. Μια κατάσταση που μου θυμίζει έντονα μια λαϊκή, σοφή παροιμία… «Πρώτος στο χωριό, τελευταίος στην πόλη…»
Ένα κεφάλαιο από μόνο του αποτελεί το σύνηθες φαινόμενο του κοινωνικού σχολιασμού που αν λείψει είναι σα να τρως σκέτο ψωμί, χωρίς λίγο τυράκι. Έτσι για να νοστιμίσει…Η ζωή σου στην επαρχία, λοιπόν είναι δύσκολο να αποτελεί προσωπική υπόθεση. Αν βήξεις, απλά, σε λίγο το έχει μάθει η μισή πόλη(η άλλη μισή θα έχει ενημερωθεί πριν αλλάξει η μέρα, στο υπογράφω). Δε μιλάμε για πιο ακραία περιστατικά, να τολμήσεις π.χ να βγεις για έναν καφέ με έναν φίλο, μόλις χώρισες! Εκεί τα σενάρια επιστημονικής φαντασίας δίνουν και παίρνουν. Ξεκινούν από υποθέσεις του τύπου «λες να είναι μαζί;» μέχρι μετά Χριστόν προφήτες « εγώ το είχα καταλάβει ότι κάτι υπήρχε μεταξύ τους, μη κοιτάς που δε μίλαγα». Μια κίνησή σου μπορεί να δώσει τροφή για σχολιασμό για καιρό, ανάλογα με τη βαρύτητα του «αδικήματος», μέχρι να προκύψει κάτι άλλο, πιο πιπεράτο, που εμπλέκει περισσότερα άτομα και το οποίο, όπως και να ‘χει είναι σαφώς πιο ενδιαφέρον, μέχρι το επόμενο and so the story goes…
Κάτι άλλο, που σε κουράζει, πιστεύω είναι η επανάληψη. Η οποία είναι βέβαια «μήτηρ μαθήσεως» αλλά αυτό ισχύει στο διάβασμα. Στη ζωή τι να μάθεις πια, το οποίο δεν έχεις μάθει μέχρι τώρα; Αν επιλέξεις να φας ένα μεσημέρι με τους φίλους σου σε κάποια ταβέρνα είναι πολύ πιθανό να πετύχεις εκεί μια άλλη παρέα που είχε την ίδια ακριβώς φαεινή ιδέα με εσένα. Και αυτό δεν είναι κατ’ ανάγκην κακό. Όταν όμως, μετά το ωραιότατο τσιμπούσι επιλέξεις να πιεις το καφεδάκι σου, έτσι για να γίνει ευκολότερα η χώνεψη και συναντήσεις τα ίδια ακριβώς άτομα, δε σε πιάνει ένας τρόμος; Δε νιώθεις σα να βγήκατε όλοι μαζί και από κει που ήσασταν 6 άτομα ξαφνικά μπορείς να «κατεβάσεις» κανονική ομάδα ποδοσφαίρου μαζί με αναπληρωματικούς; Εντάξει γελάς, έχει την πλάκα του δε λέω, αλλά εμένα με τρομάζει λιγάκι. Και δεν τρομάζω εύκολα, πρέπει να πω. Ή αποφασίζεις να πας να πιεις ένα ποτάκι, σαν άνθρωπος που είσαι. Οι επιλογές σου είναι πολύ συγκεκριμένες, μπορούν να γίνουν και εντελώς συγκεκριμένες. Πηγαίνεις, ως συνήθως στο μαγαζί που συχνάζεις και νιώθεις άνετα. Θέλεις να πιεις μια μπύρα, να πεις δυο κουβέντες με τους φίλους και τίποτα άλλο πέρα από αυτό. Έλα όμως που σα μανιτάρια ξεφυτρώνουν φίλοι και γνωστοί και ανταλλάσσεις και μ’ αυτούς τα νέα σου. Και άντε να τα πεις λιγάκι. Αν λόγω έλλειψης τακτ, παρέας ή λόγω άνεσης καθίσουν στο τραπέζι σου με την ατάκα έτοιμη «δεν ενοχλώ ε;» τι μπορείς να πεις εσύ που αγενής δεν είσαι; Υπομένεις και χαμογελάς, χαμογελάς και υπομένεις. Η βραδιά θα τελειώσει κάποια στιγμή.
Αυτό που μπορεί να με βγάλει απ’ τα ρούχα μου είναι οι δημόσιες σχέσεις. Αυτό, που μοιράζεις φιλιά δεξιά και αριστερά και μιλάς, πολύ με κάθε καρυδιάς καρύδι, μπορεί να με οδηγήσει απευθείας στην τρέλα. Και στην περίπτωση που έτσι σε γέννησε η μάνα σου, κοινωνικό πλάσμα, σε νιώθω. Αν όμως γίνεται ψεύτικα και επιδεικτικά γιατί ποτέ δε ξέρεις, μπορεί ο συνομιλητής σου που παρεμπιπτόντως δε χωνεύεις καθόλου αύριο, μεθαύριο να γίνει πελάτης σου, χτυπάει άσχημα. Οπότε πρέπει να τα ‘χεις καλά μαζί του και με όλους αν γίνεται. Το οποίο είναι ανθρωπίνως αδύνατο, να αρέσεις ή να σ’ αρέσουν όλοι. Και για να μην παρεξηγηθώ, δεν επικροτώ τον σνομπισμό αλλά πώς να το κάνουμε, ώριμος άνθρωπος και έξυπνος είσαι γιατί να παίζεις θέατρο σκιών; Εσύ με την αξία σου και όχι με ξένες πλάτες όπως θα έλεγε κι ο Στελλάρας, μπορείς να γίνεις συμπαθής.
Και τώρα που είπα «ξένες πλάτες» θυμήθηκα και το άλλο το φαινόμενο που συναντάς πιο συχνά κι απ’ τον κολλητό σου. Το «μέσον», ή «δόντι» ή «βύσμα», όπως κι αν το πω νομίζω με καταλαβαίνεις και η αλόγιστη χρήση του. Σήμερα, που τα πράγματα είναι δύσκολα, κυρίως σε επίπεδο επαγγελματικής αποκατάστασης, το να χρησιμοποιείς μια καλή γνωριμία για να βρεις κι εσύ μια «θέση στον ήλιο» είναι αυτονόητο. Το να βλέπεις όμως ανθρώπους που αν δεν είχαν αυτό το πολυπόθητο «κονέ» το πολύ-πολύ να βαρούσαν με εκπληκτικές επιδόσεις μύγες τον Αύγουστο(που είναι και πιο παχιές) να βολεύονται σε θέσεις αξιώσεων κι ας μην έχουν ιδέα τι να τις κάνουν, κάπως σου φαίνεται. Σε μια μικρή πόλη, λοιπόν βλέπεις πολλά τέτοια, τραγικά, κατά την ταπεινή μου άποψη και στην καλύτερη περίπτωση γελάς…Εννοείται ότι προεκλογικά οι υποσχέσεις αυξάνονται και πληθύνονται, το ίδιο και οι ελπίδες που πολύ συχνά αποδεικνύονται φρούδες. Και πάντα υπάρχει και κάποιος άλλος που θα υποσχεθεί. Θα τηρήσει όμως;
Κλείνοντας αυτή την αρκετά γλαφυρή περιγραφή της ζωής στην περιφέρεια, αισθάνομαι την ανάγκη να διευκρινίσω κάποια πράγματα: τα πλεονεκτήματα είναι εξίσου πολλά(πείθω;)αλλά πάνω απ’ όλα απαραίτητη προϋπόθεση είναι η καλή διάθεση και το χιούμορ. Και πρέπει να πω(κρίση ειλικρίνειας που πιστεύω βαθιά ότι θα εκτιμηθεί από τους αναγνώστες), ότι δεν είναι λίγες οι φορές που έπεσα και εγώ θύμα αυτής της κατάστασης. Διαφωνώ όμως κάθετα με την αντίληψη του «τώρα που μπήκες στο χορό, θα χορέψεις». Μπορείς, κάλλιστα να συνειδητοποιήσεις ότι ο συγκεκριμένος «χορός» δεν είναι της αρεσκείας σου και απλά να βλέπεις τους άλλους να χορεύουν! Και πίστεψε με είναι πολύ πιο διασκεδαστικό!!!
ΕΛΛΑΔΑ
ΑΧ! ΕΛΛΑΔΑ
Γεννήθηκα στην Καβάλα, μια όμορφη πόλη της Ανατολικής Μακεδονίας στην Ελλάδα. Από μητέρα και πατέρα Έλληνες. Μιλάω ελληνικά και έχω μεγαλώσει με ελληνικά έθιμα και παραδόσεις. Δεν σκοπεύω να απαρνηθώ την καταγωγή μου αλλά ούτε και να ισχυριστώ ότι ανήκω σε αυτή την κατηγορία που ο «γλυκούλης» Αδόλφος χαρακτήριζε «άρια φυλή», «εκλεκτό λαό» και άλλα τέτοια γραφικά.
Εάν θεωρήσουμε ότι υπάρχουν κάποια γενικά χαρακτηριστικά που αντιπροσωπεύουν έναν λαό, για το οποίο διατηρώ τις αμφιβολίες μου, ας ρίξουμε μια ματιά στο προφίλ του Έλληνα. Ξεκινάμε με την εμφάνιση. Τον τυπικό Έλληνα δεν τον λες και δίμετρο. Ούτε και μυώδη με αφοπλιστικό χαμόγελο τον λες (ναι ο Δισκοβόλος ήταν πρότυπο αρχαίου Έλληνα αλλά δε βρισκόμαστε πια στην Αρχαία Ελλάδα). Η δε τυπική Ελληνίδα κι αν έχει ακούσει σχόλια, ιδιαιτέρως για τον σωματότυπό της. Φταίει το λάδι και η ντομάτα, χαρακτηριστικά της μεσογειακής διατροφής, που συσσωρεύονται στους γοφούς της και τι είναι τελικά αυτό που τρώνε ή δεν τρώνε οι Ελληνίδες και περιορίζει τις δυνατότητές τους να φτάσουν σε «ψηλά» επίπεδα; Όσο για το ελαφρώς ή και βαρέως σταρένιο χρώμα του Έλληνα ποιος ευθύνεται;
Η εμφάνιση όμως δεν είναι η ουσία. Άλλωστε, δεν μπορεί να κατηγορήσει κανείς κανέναν για την εμφάνιση του καθώς δεν είναι αποτέλεσμα προσωπικής του επιλογής, έτσι τον έφτιαξε ο Θεούλης. Και μιλάω απολύτως σοβαρά. Η προσωπικότητα του Έλληνα όμως; Προσπαθώντας να αποφύγω, όσο είναι εφικτό, αυθαίρετες γενικεύσεις θα σκιαγραφήσω ή θα προσπαθήσω να το κάνω, την συμπεριφορά ενός τυπικού Έλληνα.
Του Έλληνα το αίμα βράζει, λένε. Και ίσως να έχουν δίκιο. Ας φανταστούμε μια εικόνα από ένα ελληνικό γήπεδο. Η λέξη «φίλαθλος» κινδυνεύει να βγει εντελώς από το λεξιλόγιο μας που είναι πολύ πλούσιο άλλωστε. Ο οπαδός, λοιπόν καταφτάνει στο γήπεδο με τα φιλαράκια του, με ύφος μπλαζέ, τρώει ανέμελος σπόρια και σπανίως μιλά με την παρέα του πριν αρχίσει το ματς. Όχι ότι υπάρχει κανένας ιδιαίτερος διάλογος μετά τη σέντρα. Εκεί, ξεχνά τον ήρεμο και μετρημένο εαυτό του, ουρλιάζει σε κάθε αποτυχημένη προσπάθεια, βρίζει θεούς και δαίμονες ή συχνότερα τη γυναίκα, τη μάνα και όλο το σόι του διαιτητή και «κράζει» τους παίκτες της ομάδας του που «δώσαμε έναν σκασμό λεφτά για να τους πάρουμε και σέρνονται, τα παλτά»! Σε περίπτωση που η ομάδα του αναδειχθεί νικήτρια, την αποθεώνει αλλά αρκεί μια και μόνο ήττα για να τον κάνει θηρίο ανήμερο και απόλυτο μηδενιστή. Αυτό δε σημαίνει ότι αλλάζει ομάδα γιατί λατρεύει το μότο «Όσο με πληγώνεις, τόσο με πορώνεις». Το αίμα του βράζει βέβαια και εκτός γηπέδου. Για παράδειγμα όταν οδηγεί. Η ηρεμία και η νηφαλιότητα μάλλον δεν χωρούν στο αυτοκίνητο. Έτσι λοιπόν, θεωρώντας ότι ο δρόμος είναι τσιφλίκι του, τρέχει με ιλιγγιώδη ταχύτητα, αγνοεί επιδεικτικά τους πεζούς και όσο για το πράσινο και κόκκινο ανθρωπάκι τα θεωρεί, μάλλον μέρος της διακόσμησης της πόλης. Και φυσικά βιάζεται πάντα. Και φυσικά δεν μπορεί να αντέξει το μποτιλιάρισμα. Και είναι αυτονόητο ότι θα ψάξει να βρει τον τρόπο να φτάσει πιο γρήγορα στον προορισμό του ο οποίος, μια στο εκατομμύριο είναι νόμιμος.
Άλλο χαρακτηριστικό του είναι τα ακραία συναισθήματα. Θετικά και αρνητικά. Είναι ο τύπος που δε μπορεί να περιμένει στην ουρά σε μια δημόσια υπηρεσία. Εκείνος που είναι έτοιμος να πλακωθεί στο ξύλο αρκεί να του δοθεί η αφορμή και ταυτόχρονα εκείνος που θα εκδηλώσει την απέραντη χαρά του, που φτάνει στα όρια της ηδονής, όταν η χώρα του θα αναδειχθεί πρωταθλήτρια Ευρώπης. Κι ας έλεγε πριν ειρωνικά πως κάτι τέτοιο είναι απίθανο να συμβεί, ούτε σε αυτήν, ούτε στην άλλη ζωή! Επίσης, είναι ο ορισμός της υπερβολής. Σε όλα. Του αρέσει να κοιμάται πολύ, να τρώει για δέκα άτομα, να πίνει σαν τον Ορέστη Μακρή στον ασύγκριτο ρόλο του μεθύστακα, να φλερτάρει ακόμη περισσότερο. Να μιλάει δυνατά, να γελάει δυνατά, να αγαπά με πάθος και να μισεί θανάσιμα. Να διασκεδάζει, να χορεύει, να τραγουδά κι ας είναι παράφωνος, να επιδιώκει, να ελπίζει, να μάχεται.
Σε επίπεδο εργασίας και εργατικότητας βγάζει τον πονηρό του εαυτό στο προσκήνιο. Αν μπορούσε να εργάζεται κατ’οίκον θα το έκανε με όλη του την καρδιά. Ενώ συνήθως είναι ικανός για πολλά και καταρτισμένος σε πολλά, προτιμά την εύκολη οδό, εκείνη που θα τον οδηγήσει γρήγορα, χωρίς κόπο στην κορυφή. Και ο πιο σύντομος δρόμος για εκεί είναι οι γνωριμίες, σε τοπικά και μη επίπεδα.
Ο Έλληνας έχει περάσει πολέμους, κατοχή, δικτατορία και τα κουβαλά αυτά όπου κι αν πάει. Έχει βγάλει έναν Πλάτωνα, έναν Σωκράτη και έχει και μια Ακρόπολη και μια μακραίωνη ιστορία. Όλα τα παραπάνω είναι γνωστά σε όλο τον κόσμο κι είναι ωραίο όχι μόνο να τα θυμόμαστε που και που αλλά να μας ωθούν να εξωτερικεύσουμε το μεγαλείο της ψυχής μας. Δεν είναι λίγοι εκείνοι που θεωρούν αυτονόητη την κατωτερότητα των αλλοεθνών και φοβούνται όπως ο διάολος το λιβάνι, τον «ξένο». Κι ας υπάρχουν πολλοί, Έλληνες στην καταγωγή σαφώς πιο επικίνδυνοι και μικρόψυχοι που μπορούν να βλάψουν και βλάπτουν. Λες και ο «ξένος» είναι μολυσματική ασθένεια που δεν έχει θέση σε μια χώρα άλλη από τη γενέτειρά του.
Και πράγματι η ιστορία μας είναι αξιοζήλευτη, ίσως για αυτό θα έπρεπε να την γνωρίζουμε καλά. Τα γκάλοπ για το τι συνέβη στη χώρα μας το 1940 ή το 1821 που κάθε χρόνο και για το πότε γιορτάζουμε την κάθε επέτειο δίνουν υλικό για συλλογή «μαργαριταριών» και είναι ικανά να ταράξουν και τον πιο ήρεμο άνθρωπο. Η «ψυχασθένεια» αυτού του λαού εντοπίζεται ξεκάθαρα σε αυτήν την περίπτωση. Οι ίδιοι άνθρωποι που αγνοούν βασικά πράγματα σε σχέση με τον πολιτισμό και την ιστορία μας είναι εκείνοι που πρώτοι και καλύτεροι θα υψώσουν περήφανοι τη γαλανόλευκη. Και άντε, όταν υπάρχει μια εθνική επέτειος είναι κατανοητό. Όταν όμως, σε κάθε ελληνική διάκριση είτε σχετίζεται με αθλητισμό είτε με μουσική είτε με οτιδήποτε άλλο που γνωρίζει ο πολύς κόσμος (γιατί είναι πολλές και οι πρωτιές που αγνοεί καθώς είναι πολύ κουλτουριάρικες για τα γούστα του) βλέπεις Έλληνες ντυμένους τσολιάδες ή με αρχαιοελληνικές φορεσιές, δεν τρομάζεις; Και βλέπεις και την έκφραση του προσώπου, φανατισμός ανάμεικτος με περηφάνια για την καταγωγή και σκέφτεσαι «γιατί;» και απάντηση δεν παίρνεις.
Όσο για τον τρόπο που χειρίζεται τον φυσικό πλούτο, με τα όμορφα δάση και τις μοναδικές παραλίες τα σχόλια είναι περιττά. Επισκέπτεται τα ελληνικά νησιά αλλά και τους ορεινούς προορισμούς. Α! η αλήθεια να λέγεται. Όμως, δεν αντιλαμβάνεται πόσο ευλογημένος είναι ο τόπος του με αποτέλεσμα να τον γεμίζει με σκουπίδια ακόμη κι αν τον επισκεφτεί για λίγο. Φανταστείτε μια παραλία για ελεύθερο κάμπινγκ. Μια παρέα Ελλήνων έχει στήσει τη σκηνή της, μπαινοβγαίνει στη θάλασσα, τρώει, πίνει, τραγουδά, χορεύει. Τώρα κάντε εικόνα το ίδιο μέρος χωρίς τους κεφάτους κατασκηνωτές. Στην καλύτερη περίπτωση, σακούλες σκουπιδιών με υπολείμματα κονσέρβας τόνου, πλαστικά ποτήρια, μισοτελειωμένους καφέδες και κουτάκια αναψυκτικών. Στην χειρότερη, όλα τα παραπάνω σκόρπια, σε ακτίνα αρκετών μέτρων από τον τόπο σύναξης. Και φυσικά δεν αναφέρομαι προσωπικά στους κατασκηνωτές. Ένα παράδειγμα έφερα. Η κλασική περίπτωση είναι εκείνη κατά την οποία, ενώ υπάρχει κάδος σε κοντινή απόσταση ο άνετος Έλληνας ούτε καν κοιτά γύρω και πετάει αναιδώς ή με ελάχιστες τύψεις το σκουπίδι του επί τόπου, όπου κι αν βρίσκεται.
Ελπίζω το άρθρο να μη σηκώσει θύελλα αντιδράσεων (υπερβολές). Αισθάνομαι τυχερή που γεννήθηκα σε αυτόν τον τόπο με όλα τα καλά και τα άσχημα του. Αν επιχειρήσει κανείς να εξηγήσει τη συμπεριφορά του Έλληνα και από πού πηγάζει θα του αναγνωρίσει πολλά ελαφρυντικά. Όμως δεν είμαι εγώ η αρμόδια…
Κλείνω δανειζόμενη στίχους από τον Μανώλη Ρασούλη. Από τον ίδιο δανείστηκα και τον τίτλο του άρθρου… Α! και Καλό Πάσχα.
« Η πιο γλυκιά πατρίδα είναι η καρδιά, που τα άγια χώματα της πόνος και χαρά».
Γεννήθηκα στην Καβάλα, μια όμορφη πόλη της Ανατολικής Μακεδονίας στην Ελλάδα. Από μητέρα και πατέρα Έλληνες. Μιλάω ελληνικά και έχω μεγαλώσει με ελληνικά έθιμα και παραδόσεις. Δεν σκοπεύω να απαρνηθώ την καταγωγή μου αλλά ούτε και να ισχυριστώ ότι ανήκω σε αυτή την κατηγορία που ο «γλυκούλης» Αδόλφος χαρακτήριζε «άρια φυλή», «εκλεκτό λαό» και άλλα τέτοια γραφικά.
Εάν θεωρήσουμε ότι υπάρχουν κάποια γενικά χαρακτηριστικά που αντιπροσωπεύουν έναν λαό, για το οποίο διατηρώ τις αμφιβολίες μου, ας ρίξουμε μια ματιά στο προφίλ του Έλληνα. Ξεκινάμε με την εμφάνιση. Τον τυπικό Έλληνα δεν τον λες και δίμετρο. Ούτε και μυώδη με αφοπλιστικό χαμόγελο τον λες (ναι ο Δισκοβόλος ήταν πρότυπο αρχαίου Έλληνα αλλά δε βρισκόμαστε πια στην Αρχαία Ελλάδα). Η δε τυπική Ελληνίδα κι αν έχει ακούσει σχόλια, ιδιαιτέρως για τον σωματότυπό της. Φταίει το λάδι και η ντομάτα, χαρακτηριστικά της μεσογειακής διατροφής, που συσσωρεύονται στους γοφούς της και τι είναι τελικά αυτό που τρώνε ή δεν τρώνε οι Ελληνίδες και περιορίζει τις δυνατότητές τους να φτάσουν σε «ψηλά» επίπεδα; Όσο για το ελαφρώς ή και βαρέως σταρένιο χρώμα του Έλληνα ποιος ευθύνεται;
Η εμφάνιση όμως δεν είναι η ουσία. Άλλωστε, δεν μπορεί να κατηγορήσει κανείς κανέναν για την εμφάνιση του καθώς δεν είναι αποτέλεσμα προσωπικής του επιλογής, έτσι τον έφτιαξε ο Θεούλης. Και μιλάω απολύτως σοβαρά. Η προσωπικότητα του Έλληνα όμως; Προσπαθώντας να αποφύγω, όσο είναι εφικτό, αυθαίρετες γενικεύσεις θα σκιαγραφήσω ή θα προσπαθήσω να το κάνω, την συμπεριφορά ενός τυπικού Έλληνα.
Του Έλληνα το αίμα βράζει, λένε. Και ίσως να έχουν δίκιο. Ας φανταστούμε μια εικόνα από ένα ελληνικό γήπεδο. Η λέξη «φίλαθλος» κινδυνεύει να βγει εντελώς από το λεξιλόγιο μας που είναι πολύ πλούσιο άλλωστε. Ο οπαδός, λοιπόν καταφτάνει στο γήπεδο με τα φιλαράκια του, με ύφος μπλαζέ, τρώει ανέμελος σπόρια και σπανίως μιλά με την παρέα του πριν αρχίσει το ματς. Όχι ότι υπάρχει κανένας ιδιαίτερος διάλογος μετά τη σέντρα. Εκεί, ξεχνά τον ήρεμο και μετρημένο εαυτό του, ουρλιάζει σε κάθε αποτυχημένη προσπάθεια, βρίζει θεούς και δαίμονες ή συχνότερα τη γυναίκα, τη μάνα και όλο το σόι του διαιτητή και «κράζει» τους παίκτες της ομάδας του που «δώσαμε έναν σκασμό λεφτά για να τους πάρουμε και σέρνονται, τα παλτά»! Σε περίπτωση που η ομάδα του αναδειχθεί νικήτρια, την αποθεώνει αλλά αρκεί μια και μόνο ήττα για να τον κάνει θηρίο ανήμερο και απόλυτο μηδενιστή. Αυτό δε σημαίνει ότι αλλάζει ομάδα γιατί λατρεύει το μότο «Όσο με πληγώνεις, τόσο με πορώνεις». Το αίμα του βράζει βέβαια και εκτός γηπέδου. Για παράδειγμα όταν οδηγεί. Η ηρεμία και η νηφαλιότητα μάλλον δεν χωρούν στο αυτοκίνητο. Έτσι λοιπόν, θεωρώντας ότι ο δρόμος είναι τσιφλίκι του, τρέχει με ιλιγγιώδη ταχύτητα, αγνοεί επιδεικτικά τους πεζούς και όσο για το πράσινο και κόκκινο ανθρωπάκι τα θεωρεί, μάλλον μέρος της διακόσμησης της πόλης. Και φυσικά βιάζεται πάντα. Και φυσικά δεν μπορεί να αντέξει το μποτιλιάρισμα. Και είναι αυτονόητο ότι θα ψάξει να βρει τον τρόπο να φτάσει πιο γρήγορα στον προορισμό του ο οποίος, μια στο εκατομμύριο είναι νόμιμος.
Άλλο χαρακτηριστικό του είναι τα ακραία συναισθήματα. Θετικά και αρνητικά. Είναι ο τύπος που δε μπορεί να περιμένει στην ουρά σε μια δημόσια υπηρεσία. Εκείνος που είναι έτοιμος να πλακωθεί στο ξύλο αρκεί να του δοθεί η αφορμή και ταυτόχρονα εκείνος που θα εκδηλώσει την απέραντη χαρά του, που φτάνει στα όρια της ηδονής, όταν η χώρα του θα αναδειχθεί πρωταθλήτρια Ευρώπης. Κι ας έλεγε πριν ειρωνικά πως κάτι τέτοιο είναι απίθανο να συμβεί, ούτε σε αυτήν, ούτε στην άλλη ζωή! Επίσης, είναι ο ορισμός της υπερβολής. Σε όλα. Του αρέσει να κοιμάται πολύ, να τρώει για δέκα άτομα, να πίνει σαν τον Ορέστη Μακρή στον ασύγκριτο ρόλο του μεθύστακα, να φλερτάρει ακόμη περισσότερο. Να μιλάει δυνατά, να γελάει δυνατά, να αγαπά με πάθος και να μισεί θανάσιμα. Να διασκεδάζει, να χορεύει, να τραγουδά κι ας είναι παράφωνος, να επιδιώκει, να ελπίζει, να μάχεται.
Σε επίπεδο εργασίας και εργατικότητας βγάζει τον πονηρό του εαυτό στο προσκήνιο. Αν μπορούσε να εργάζεται κατ’οίκον θα το έκανε με όλη του την καρδιά. Ενώ συνήθως είναι ικανός για πολλά και καταρτισμένος σε πολλά, προτιμά την εύκολη οδό, εκείνη που θα τον οδηγήσει γρήγορα, χωρίς κόπο στην κορυφή. Και ο πιο σύντομος δρόμος για εκεί είναι οι γνωριμίες, σε τοπικά και μη επίπεδα.
Ο Έλληνας έχει περάσει πολέμους, κατοχή, δικτατορία και τα κουβαλά αυτά όπου κι αν πάει. Έχει βγάλει έναν Πλάτωνα, έναν Σωκράτη και έχει και μια Ακρόπολη και μια μακραίωνη ιστορία. Όλα τα παραπάνω είναι γνωστά σε όλο τον κόσμο κι είναι ωραίο όχι μόνο να τα θυμόμαστε που και που αλλά να μας ωθούν να εξωτερικεύσουμε το μεγαλείο της ψυχής μας. Δεν είναι λίγοι εκείνοι που θεωρούν αυτονόητη την κατωτερότητα των αλλοεθνών και φοβούνται όπως ο διάολος το λιβάνι, τον «ξένο». Κι ας υπάρχουν πολλοί, Έλληνες στην καταγωγή σαφώς πιο επικίνδυνοι και μικρόψυχοι που μπορούν να βλάψουν και βλάπτουν. Λες και ο «ξένος» είναι μολυσματική ασθένεια που δεν έχει θέση σε μια χώρα άλλη από τη γενέτειρά του.
Και πράγματι η ιστορία μας είναι αξιοζήλευτη, ίσως για αυτό θα έπρεπε να την γνωρίζουμε καλά. Τα γκάλοπ για το τι συνέβη στη χώρα μας το 1940 ή το 1821 που κάθε χρόνο και για το πότε γιορτάζουμε την κάθε επέτειο δίνουν υλικό για συλλογή «μαργαριταριών» και είναι ικανά να ταράξουν και τον πιο ήρεμο άνθρωπο. Η «ψυχασθένεια» αυτού του λαού εντοπίζεται ξεκάθαρα σε αυτήν την περίπτωση. Οι ίδιοι άνθρωποι που αγνοούν βασικά πράγματα σε σχέση με τον πολιτισμό και την ιστορία μας είναι εκείνοι που πρώτοι και καλύτεροι θα υψώσουν περήφανοι τη γαλανόλευκη. Και άντε, όταν υπάρχει μια εθνική επέτειος είναι κατανοητό. Όταν όμως, σε κάθε ελληνική διάκριση είτε σχετίζεται με αθλητισμό είτε με μουσική είτε με οτιδήποτε άλλο που γνωρίζει ο πολύς κόσμος (γιατί είναι πολλές και οι πρωτιές που αγνοεί καθώς είναι πολύ κουλτουριάρικες για τα γούστα του) βλέπεις Έλληνες ντυμένους τσολιάδες ή με αρχαιοελληνικές φορεσιές, δεν τρομάζεις; Και βλέπεις και την έκφραση του προσώπου, φανατισμός ανάμεικτος με περηφάνια για την καταγωγή και σκέφτεσαι «γιατί;» και απάντηση δεν παίρνεις.
Όσο για τον τρόπο που χειρίζεται τον φυσικό πλούτο, με τα όμορφα δάση και τις μοναδικές παραλίες τα σχόλια είναι περιττά. Επισκέπτεται τα ελληνικά νησιά αλλά και τους ορεινούς προορισμούς. Α! η αλήθεια να λέγεται. Όμως, δεν αντιλαμβάνεται πόσο ευλογημένος είναι ο τόπος του με αποτέλεσμα να τον γεμίζει με σκουπίδια ακόμη κι αν τον επισκεφτεί για λίγο. Φανταστείτε μια παραλία για ελεύθερο κάμπινγκ. Μια παρέα Ελλήνων έχει στήσει τη σκηνή της, μπαινοβγαίνει στη θάλασσα, τρώει, πίνει, τραγουδά, χορεύει. Τώρα κάντε εικόνα το ίδιο μέρος χωρίς τους κεφάτους κατασκηνωτές. Στην καλύτερη περίπτωση, σακούλες σκουπιδιών με υπολείμματα κονσέρβας τόνου, πλαστικά ποτήρια, μισοτελειωμένους καφέδες και κουτάκια αναψυκτικών. Στην χειρότερη, όλα τα παραπάνω σκόρπια, σε ακτίνα αρκετών μέτρων από τον τόπο σύναξης. Και φυσικά δεν αναφέρομαι προσωπικά στους κατασκηνωτές. Ένα παράδειγμα έφερα. Η κλασική περίπτωση είναι εκείνη κατά την οποία, ενώ υπάρχει κάδος σε κοντινή απόσταση ο άνετος Έλληνας ούτε καν κοιτά γύρω και πετάει αναιδώς ή με ελάχιστες τύψεις το σκουπίδι του επί τόπου, όπου κι αν βρίσκεται.
Ελπίζω το άρθρο να μη σηκώσει θύελλα αντιδράσεων (υπερβολές). Αισθάνομαι τυχερή που γεννήθηκα σε αυτόν τον τόπο με όλα τα καλά και τα άσχημα του. Αν επιχειρήσει κανείς να εξηγήσει τη συμπεριφορά του Έλληνα και από πού πηγάζει θα του αναγνωρίσει πολλά ελαφρυντικά. Όμως δεν είμαι εγώ η αρμόδια…
Κλείνω δανειζόμενη στίχους από τον Μανώλη Ρασούλη. Από τον ίδιο δανείστηκα και τον τίτλο του άρθρου… Α! και Καλό Πάσχα.
« Η πιο γλυκιά πατρίδα είναι η καρδιά, που τα άγια χώματα της πόνος και χαρά».
..ΤΗΝ ΤΥΧΗ ΜΟΥ…
Δε μπορώ να πιστέψω ότι υπάρχει άνθρωπος πάνω σε τούτο τον πλανήτη που δεν τα έχει βάλει, έστω μια φορά, με την τύχη του. Που μέσα στην παραζάλη και το άγχος της καθημερινότητας, δεν έχει χάσει τα κλειδιά του, το τηλέφωνό του ή τα γυαλιά του. Αυτά βέβαια, είναι κάποια «ελαφριά» περιστατικά που όμως τα καταφέρνουν να σπάσουν τα νεύρα μας και να μας κάνουν να αναφωνήσουμε «τι γκαντεμιά είναι αυτή»!
Και εντάξει, αυτά είναι απλά και συμβαίνουν στον καθένα από εμάς και μάλιστα σε καθημερινή βάση. Όταν η κατάσταση βγαίνει εκτός ελέγχου μιλάμε πλέον για την ιδιαίτερη εκείνη κατηγορία των προληπτικών. Ο προληπτικός άνθρωπος, παρά το ότι μπορεί να είναι πολύ διασκεδαστικός τύπος καθώς οι παραξενιές του συνήθως προκαλούν γέλιο, δεν περνάει αυτό που λέμε «ζωή χαρισάμενη». Ξέρεις τι είναι να έχεις διαρκώς στο νου σου να μη περάσεις κάτω από σκάλα; Αναρωτήθηκες ποτέ τη δυσκολία του να είσαι σε ετοιμότητα να πιάσεις κόκκινο αν δεις μαύρη γάτα; Ή το άλλο πάλι, που είναι κάπως χαριτωμένο, όταν γελάς πολύ αμέσως να εύχεσαι «σε καλό να σου βγει τόσο γέλιο»; Να γελάς δηλαδή με την ψυχή σου και να νιώθεις και άσχημα μετά. Υπάρχουν βέβαια και εκείνα που έχουν γίνει βίωμα των περισσότερων ανθρώπων, όπως ας πούμε το «χτύπα ξύλο» όταν συζητάς κάτι δυσάρεστο, για να αποτρέψεις να σου συμβεί κάτι αντίστοιχο. Γιατί, αν χτυπήσεις ξύλο, δε θα σου συμβεί; Προσωπική απορία διατυπώνω. Ή επίσης ποτέ δεν κατάλαβα γιατί δεν κάνει να τσουγκρίζεις με ποτήρι που έχει νερό ή καφέ. Δε μπορεί, κάποια λογική εξήγηση θα υπάρχει…
Οι προληπτικοί που βρίσκονται στο «τελικό» στάδιο, εκείνοι δηλαδή που ζουν τρομοκρατημένοι, εφοδιασμένοι με κάθε είδους γούρι που μπορεί όχι μόνο να εξολοθρεύσει την ατυχία αλλά και να τους φέρει άφθονη τύχη-τόση που να φτύνουν τον κόρφο τους- διαθέτουν λίστες ολόκληρες με «πρέπει» και «δεν πρέπει». Θα αναφέρω κάποια από τα αξιώματα τους που βρήκα ότι είναι τα πιο ανεξήγητα, περίεργα και ενδιαφέροντα. Και θα προσπαθήσω να μη τα σχολιάσω αν και δε νομίζω ότι θα συγκρατηθώ.
- Οι παντρεμένες γυναίκες όταν χτενίζονται δεν πρέπει να ρίχνουν τις τρίχες στη φωτιά γιατί είναι κακό σημάδι-φοβούνται πως θα χηρέψουν(ουδέν σχόλιο).
- Αν πέσει η σκούπα, μόνη της σημαίνει πως θα έρθουν επισκέπτες(αν λιποθυμήσει ας πούμε;)
- Αν είναι γελαστός ο νεκρός, λένε θα πάρει κάποιον από το σόι μαζί του(εκτός του ότι είναι ανατριχιαστικό, χαμογελάνε οι νεκροί; Θα το χάσω το μυαλό μου….)
- Μη ξύνεις το τηγάνι γιατί στο γάμο σου θα βρέχει (….)
- Ο ιστός της αράχνης στις γωνίες του σπιτιού φέρνει καλή τύχη (από τις καλύτερες δικαιολογίες που άκουσα ποτέ για να γλιτώσεις το σκούπισμα)!
- Δεν πρέπει να μετράει κανείς τα κουκούτσια από τις ελιές που τρώει γιατί θα βγάλει σπυριά (προβατάκια όμως για να κοιμηθείτε μετρήστε άφοβα, δεν υπάρχει κίνδυνος)
- Αν πατήσεις καρφιά η μητέρα σου θα χτυπήσει τη μέση της (πολύ λογικό.. κι αν πατήσει η μητέρα σου, λογικά θα την τρέχεις στο νοσοκομείο.. ή μήπως θα χτυπήσει ο πατέρας σου το πηγούνι του;)
- Είναι κακό να παινεύεις την ομορφιά ενός μωρού γιατί προκαλείς τις νεράιδες που μπορεί να ζηλέψουν και να του κάνουν κακό (ένα καλό πήγες να κάνεις, το ξέρω όταν είπες «τι όμορφο μωράκι». Την άλλη φορά, ξέρεις θα πεις στους γονείς του «μα τι τερατάκι είναι αυτό»; Και έτσι θα είναι ήσυχες κ οι νεράιδες που είναι λιγάκι ζηλιάρες).
- Κακός οιωνός θεωρείται η συνάντηση δυο «γρουσούζικων» ατόμων
Και αυτοί, οι γρουσούζηδες δηλαδή, θα μας απασχολήσουν τώρα. Πώς μπορεί κάποιος να ξεχωρίσει έναν «γκαντέμη» σε μια παρέα; Τι πρέπει να έχει προκαλέσει με την παρουσία του για να του απονεμηθεί, δικαιωματικά, ο τίτλος; Και αν είναι απλώς ένας άνθρωπος που δεν είναι ιδιαίτερα τυχερός, εντάξει. Αν όμως φέρνει μια γενικότερη κακοτυχία και στους άλλους, δεν είναι καλό να μπορείς να τον αναγνωρίσεις; Για να τον αποφύγεις το λέω.
Όταν ένας άνθρωπος βλέπει τον ήλιο να λάμπει καταμεσής του ουρανού, σχολιάζει «ωραίος καιρός σήμερα» και σε δέκα λεπτά αυτός, ο ίδιος ουρανός σκοτεινιάζει και αρχίζει να ρίχνει καρεκλοπόδαρα…αυτός είναι γκαντέμης, δεν υπάρχει αμφιβολία.
Επίσης, αν κάποιος την ώρα που κατεβαίνετε ένα δύσβατο μονοπάτι (λέμε τώρα) σας λέει «πρόσεξε» και την ίδια στιγμή γκρεμοτσακίζεστε μη μου πείτε ότι δεν μουρμουρίζετε μέσα από τα δόντια σας «..τον γκαντέμη»; Το δίχως άλλο, τον άνθρωπο που έχει αγοράσει αυτοκίνητο και το τρακάρει την πρώτη μέρα δεν τον λες και τυχερό.. Όπως και εκείνος που περιμένει πως και τι να πληρωθεί και μόλις βγαίνει από την τράπεζα τον ληστεύουν. Τα λόγια είναι περιττά όταν κάποιος κερδίζει λαχείο και δεν βρίσκει που το έχει βάλει. Αυτό, εκτός από κακοτυχία είναι και κάτι άλλο αλλά δε θα ήθελα να βωμολοχήσω σήμερα.
Και από την άλλη υπάρχει και ο τύπος που πολλοί ζηλεύουν και θα ήθελαν να έχουν μια σταλιά από την καλή του τύχη. Πρόκειται για εκείνον που δεν προσπαθεί ιδιαίτερα να πετύχει κάτι αλλά, ως δια μαγείας, το καταφέρνει και με μεγάλη επιτυχία. Σκέφτεται, για παράδειγμα τι καλά θα ήταν να έβρισκε 50 ευρώ στο δρόμο και να τα βρίσκει. Ή ακόμα καλύτερα να μην μπαίνει καν στη διαδικασία να το σκεφτεί.. Απλά να τα βρίσκει…Ή εκείνος που περπατώντας, αμέριμνος στο δρόμο βλέπει να προσγειώνεται ακριβώς δίπλα του μια ωραιότατη γλάστρα. Ή ο μοναδικός επιζών από ένα πολύνεκρο αεροπορικό δυστύχημα.. Ή αυτός που πάει να δώσει εξετάσεις στο Πανεπιστήμιο και έχει διαβάσει 10 θέματα (από τα 200) και πέφτουν αυτά.
Και κλείνοντας αυτό το άρθρο να καταθέσω και την προσωπική μου άποψη για το θέμα. Δεν πιστεύω στην καλή ή στην κακή τύχη. Πιστεύω στις επιλογές που κάνουμε στη ζωή μας και κυρίως στη θετική ή αρνητική αύρα που εκπέμπει κάθε άνθρωπος. Η μιζέρια και η αρνητική διάθεση προκαλούν κακοτυχία, σχεδόν την μαγνητίζουν. Αντίθετα η αισιοδοξία φέρνει τύχη. Αν κουβαλάς και κανένα γούρι βέβαια δεν είναι απαραιτήτως κακό…
«When you believe in things that you don’t understand, then you suffer….superstition aint the way…»
Stevie Wonder
Δε μπορώ να πιστέψω ότι υπάρχει άνθρωπος πάνω σε τούτο τον πλανήτη που δεν τα έχει βάλει, έστω μια φορά, με την τύχη του. Που μέσα στην παραζάλη και το άγχος της καθημερινότητας, δεν έχει χάσει τα κλειδιά του, το τηλέφωνό του ή τα γυαλιά του. Αυτά βέβαια, είναι κάποια «ελαφριά» περιστατικά που όμως τα καταφέρνουν να σπάσουν τα νεύρα μας και να μας κάνουν να αναφωνήσουμε «τι γκαντεμιά είναι αυτή»!
Και εντάξει, αυτά είναι απλά και συμβαίνουν στον καθένα από εμάς και μάλιστα σε καθημερινή βάση. Όταν η κατάσταση βγαίνει εκτός ελέγχου μιλάμε πλέον για την ιδιαίτερη εκείνη κατηγορία των προληπτικών. Ο προληπτικός άνθρωπος, παρά το ότι μπορεί να είναι πολύ διασκεδαστικός τύπος καθώς οι παραξενιές του συνήθως προκαλούν γέλιο, δεν περνάει αυτό που λέμε «ζωή χαρισάμενη». Ξέρεις τι είναι να έχεις διαρκώς στο νου σου να μη περάσεις κάτω από σκάλα; Αναρωτήθηκες ποτέ τη δυσκολία του να είσαι σε ετοιμότητα να πιάσεις κόκκινο αν δεις μαύρη γάτα; Ή το άλλο πάλι, που είναι κάπως χαριτωμένο, όταν γελάς πολύ αμέσως να εύχεσαι «σε καλό να σου βγει τόσο γέλιο»; Να γελάς δηλαδή με την ψυχή σου και να νιώθεις και άσχημα μετά. Υπάρχουν βέβαια και εκείνα που έχουν γίνει βίωμα των περισσότερων ανθρώπων, όπως ας πούμε το «χτύπα ξύλο» όταν συζητάς κάτι δυσάρεστο, για να αποτρέψεις να σου συμβεί κάτι αντίστοιχο. Γιατί, αν χτυπήσεις ξύλο, δε θα σου συμβεί; Προσωπική απορία διατυπώνω. Ή επίσης ποτέ δεν κατάλαβα γιατί δεν κάνει να τσουγκρίζεις με ποτήρι που έχει νερό ή καφέ. Δε μπορεί, κάποια λογική εξήγηση θα υπάρχει…
Οι προληπτικοί που βρίσκονται στο «τελικό» στάδιο, εκείνοι δηλαδή που ζουν τρομοκρατημένοι, εφοδιασμένοι με κάθε είδους γούρι που μπορεί όχι μόνο να εξολοθρεύσει την ατυχία αλλά και να τους φέρει άφθονη τύχη-τόση που να φτύνουν τον κόρφο τους- διαθέτουν λίστες ολόκληρες με «πρέπει» και «δεν πρέπει». Θα αναφέρω κάποια από τα αξιώματα τους που βρήκα ότι είναι τα πιο ανεξήγητα, περίεργα και ενδιαφέροντα. Και θα προσπαθήσω να μη τα σχολιάσω αν και δε νομίζω ότι θα συγκρατηθώ.
- Οι παντρεμένες γυναίκες όταν χτενίζονται δεν πρέπει να ρίχνουν τις τρίχες στη φωτιά γιατί είναι κακό σημάδι-φοβούνται πως θα χηρέψουν(ουδέν σχόλιο).
- Αν πέσει η σκούπα, μόνη της σημαίνει πως θα έρθουν επισκέπτες(αν λιποθυμήσει ας πούμε;)
- Αν είναι γελαστός ο νεκρός, λένε θα πάρει κάποιον από το σόι μαζί του(εκτός του ότι είναι ανατριχιαστικό, χαμογελάνε οι νεκροί; Θα το χάσω το μυαλό μου….)
- Μη ξύνεις το τηγάνι γιατί στο γάμο σου θα βρέχει (….)
- Ο ιστός της αράχνης στις γωνίες του σπιτιού φέρνει καλή τύχη (από τις καλύτερες δικαιολογίες που άκουσα ποτέ για να γλιτώσεις το σκούπισμα)!
- Δεν πρέπει να μετράει κανείς τα κουκούτσια από τις ελιές που τρώει γιατί θα βγάλει σπυριά (προβατάκια όμως για να κοιμηθείτε μετρήστε άφοβα, δεν υπάρχει κίνδυνος)
- Αν πατήσεις καρφιά η μητέρα σου θα χτυπήσει τη μέση της (πολύ λογικό.. κι αν πατήσει η μητέρα σου, λογικά θα την τρέχεις στο νοσοκομείο.. ή μήπως θα χτυπήσει ο πατέρας σου το πηγούνι του;)
- Είναι κακό να παινεύεις την ομορφιά ενός μωρού γιατί προκαλείς τις νεράιδες που μπορεί να ζηλέψουν και να του κάνουν κακό (ένα καλό πήγες να κάνεις, το ξέρω όταν είπες «τι όμορφο μωράκι». Την άλλη φορά, ξέρεις θα πεις στους γονείς του «μα τι τερατάκι είναι αυτό»; Και έτσι θα είναι ήσυχες κ οι νεράιδες που είναι λιγάκι ζηλιάρες).
- Κακός οιωνός θεωρείται η συνάντηση δυο «γρουσούζικων» ατόμων
Και αυτοί, οι γρουσούζηδες δηλαδή, θα μας απασχολήσουν τώρα. Πώς μπορεί κάποιος να ξεχωρίσει έναν «γκαντέμη» σε μια παρέα; Τι πρέπει να έχει προκαλέσει με την παρουσία του για να του απονεμηθεί, δικαιωματικά, ο τίτλος; Και αν είναι απλώς ένας άνθρωπος που δεν είναι ιδιαίτερα τυχερός, εντάξει. Αν όμως φέρνει μια γενικότερη κακοτυχία και στους άλλους, δεν είναι καλό να μπορείς να τον αναγνωρίσεις; Για να τον αποφύγεις το λέω.
Όταν ένας άνθρωπος βλέπει τον ήλιο να λάμπει καταμεσής του ουρανού, σχολιάζει «ωραίος καιρός σήμερα» και σε δέκα λεπτά αυτός, ο ίδιος ουρανός σκοτεινιάζει και αρχίζει να ρίχνει καρεκλοπόδαρα…αυτός είναι γκαντέμης, δεν υπάρχει αμφιβολία.
Επίσης, αν κάποιος την ώρα που κατεβαίνετε ένα δύσβατο μονοπάτι (λέμε τώρα) σας λέει «πρόσεξε» και την ίδια στιγμή γκρεμοτσακίζεστε μη μου πείτε ότι δεν μουρμουρίζετε μέσα από τα δόντια σας «..τον γκαντέμη»; Το δίχως άλλο, τον άνθρωπο που έχει αγοράσει αυτοκίνητο και το τρακάρει την πρώτη μέρα δεν τον λες και τυχερό.. Όπως και εκείνος που περιμένει πως και τι να πληρωθεί και μόλις βγαίνει από την τράπεζα τον ληστεύουν. Τα λόγια είναι περιττά όταν κάποιος κερδίζει λαχείο και δεν βρίσκει που το έχει βάλει. Αυτό, εκτός από κακοτυχία είναι και κάτι άλλο αλλά δε θα ήθελα να βωμολοχήσω σήμερα.
Και από την άλλη υπάρχει και ο τύπος που πολλοί ζηλεύουν και θα ήθελαν να έχουν μια σταλιά από την καλή του τύχη. Πρόκειται για εκείνον που δεν προσπαθεί ιδιαίτερα να πετύχει κάτι αλλά, ως δια μαγείας, το καταφέρνει και με μεγάλη επιτυχία. Σκέφτεται, για παράδειγμα τι καλά θα ήταν να έβρισκε 50 ευρώ στο δρόμο και να τα βρίσκει. Ή ακόμα καλύτερα να μην μπαίνει καν στη διαδικασία να το σκεφτεί.. Απλά να τα βρίσκει…Ή εκείνος που περπατώντας, αμέριμνος στο δρόμο βλέπει να προσγειώνεται ακριβώς δίπλα του μια ωραιότατη γλάστρα. Ή ο μοναδικός επιζών από ένα πολύνεκρο αεροπορικό δυστύχημα.. Ή αυτός που πάει να δώσει εξετάσεις στο Πανεπιστήμιο και έχει διαβάσει 10 θέματα (από τα 200) και πέφτουν αυτά.
Και κλείνοντας αυτό το άρθρο να καταθέσω και την προσωπική μου άποψη για το θέμα. Δεν πιστεύω στην καλή ή στην κακή τύχη. Πιστεύω στις επιλογές που κάνουμε στη ζωή μας και κυρίως στη θετική ή αρνητική αύρα που εκπέμπει κάθε άνθρωπος. Η μιζέρια και η αρνητική διάθεση προκαλούν κακοτυχία, σχεδόν την μαγνητίζουν. Αντίθετα η αισιοδοξία φέρνει τύχη. Αν κουβαλάς και κανένα γούρι βέβαια δεν είναι απαραιτήτως κακό…
«When you believe in things that you don’t understand, then you suffer….superstition aint the way…»
Stevie Wonder
ΟΔΗΓΕΙΤΕ
ΤΡΕΞΕ, ΤΡΕΞΕ ΜΙΚΡΟΥΛΗ…
Γίνε άντρας μικρούλη…Σε πολλούς το ευφυές δίστιχο θα θυμίσει μια παλιά διαφήμιση γνωστής γαλακτοβιομηχανίας που παρακινούσε τους μπόμπιρες να πίνουν γάλα, και μάλιστα της συγκεκριμένης εταιρείας ώστε να γίνουν, μια μέρα, γεροί και δυνατοί άντρες. Ωστόσο είναι αρκετά επίκαιρο και, ίσως, σημαία των απανταχού οδηγών αυτοκινήτων, ιδιαιτέρως δε των Ελλήνων οδηγών.
Αν επιχειρήσει κανείς μια αναδρομή στο παρελθόν, θα διαπιστώσει πως η κατασκευή του πρώτου αυτοκινήτου προέκυψε από την ανάγκη αντικατάστασης των συμπαθέστατων τετράποδων με οχήματα που θα μπορούσαν να καλύψουν πολλά χιλιόμετρα σε λιγότερο χρόνο. Και, πράγματι, ήταν μια πρωτοποριακή εφεύρεση που εκμηδένισε αποστάσεις και έφερε σε επαφή ανθρώπους. Έκτοτε, με το πέρασμα του χρόνου, η αγορά πρόσφερε όλο και περισσότερες ανέσεις με δόσεις που άσπριζαν τα μαλλιά της κεφαλής του κάθε ταπεινού αγοραστή για να τις εξοφλήσει. Το αυτοκίνητο έγινε απολύτως απαραίτητο και, έπειτα, τελείως αυτονόητο. Δεν κάλυπτε, απλώς τις ανάγκες μετακίνησης. Έγινε σύμβολο. Έπαψε να είναι ένα απλό μέσο μεταφοράς κι έγινε, πια, μέσο επίδειξης.
Η αλήθεια είναι η κατοχή ενός αυτοκινήτου δε σχετίζεται τόσο με την οικονομική άνεση του εκάστοτε μελλοντικού αγοραστή αλλά, κυρίως με την ξιπασιά που τον χαρακτηρίζει σαν άνθρωπο. Είναι γεγονός ότι ένας ευκατάστατος έως πλούσιος άνθρωπος έχει, σαφώς, περισσότερες δυνατότητες να αγοράσει ένα ακριβό αυτοκίνητο. Πόσοι είναι, όμως, εκείνοι που, προκειμένου να αποκτήσουν κάτι αντίστοιχο, δε διστάζουν να χρεωθούν «ως το λαιμό» για να το πετύχουν; Και ποιο είναι, τελικά, το ζητούμενο; Η ταχύτητα ή η ασφάλεια;
Παλιότερα, η απόκτηση διπλώματος αυτοκινήτου ήταν μια διαδικασία που αφορούσε ελάχιστους. Σήμερα, ελάχιστοι είναι εκείνοι που δεν οδηγούν. Σαφώς, οι ρυθμοί της ζωής και η πληθώρα υποχρεώσεων καθιστά κάτι τέτοιο αναγκαίο. Αναγκαίο είναι, όμως και να φτάσει ο καθένας στον προορισμό του, με τα δύο χέρια, τα δύο του πόδια και το κεφάλι του στη θέση του. Είναι, όμως πολλοί εκείνοι που δε φτάνουν ποτέ…Και οι θεωρίες του τύπου «αν έχει έρθει η ώρα σου» ή «ήταν η κακιά στιγμή» ταιριάζουν περισσότερο σε προπολεμικές εποχές που η γνώση και η μόρφωση ήταν πολυτέλεια…
Οι στατιστικές και οι μελέτες που βγαίνουν στη δημοσιότητα κάθε Χριστούγεννα, Πάσχα και Δεκαπενταύγουστο, λίγο πριν από κάθε «ηρωϊκή» έξοδο, αποδεικνύουν πως η χώρα μας διαθέτει μια αδιαμφισβήτητη πρωτιά στα τροχαία ατυχήματα. Η είδηση δεν προκαλεί έκπληξη. Μια φρίκη που κρατά ελάχιστα κάνει την εμφάνισή της. Η φρίκη, ή μάλλον η θλίψη και ο οίκτος που νιώθουμε όταν κάτι δεν μας αφορά προσωπικά. Λες και δε μπορεί να μας συμβεί ποτέ..
Η ταχύτητα, η αυτοπεποίθηση και η άγνοια οδηγεί σε τραγικούς απολογισμούς, σε μια «γενοκτονία», όπως πολύ εύστοχα χαρακτήρισε αυτήν την κατάσταση, παλιός οδηγός σε αγώνες ταχύτητας που δίνει, σήμερα, έναν άλλο «αγώνα» για μια καλύτερη οδηγική συμπεριφορά. Οι στατιστικές αναφέρουν ως πρώτη αιτία θανάτου για τις ηλικίες 18-44 τα τροχαία ατυχήματα. Ηλικίες πλέον αναπαραγωγικές αλλά και τέτοιες στις οποίες ο θάνατος δεν αντιμετωπίζεται ως φυσικό γεγονός. Δεν πρόκειται για γηρατειά ούτε για κάποια επάρατη νόσο την οποία δεν έχεις τη δυνατότητα να «σταματήσεις». Πρόκειται για μια συνειδητή επιλογή να βλάψεις τον εαυτό σου και, αν τα φέρει έτσι η ζωή και κάποιον τρίτο, ο οποίος (τι θράσος!)οδηγούσε, απλώς για να φτάσει στον προορισμό του. Όχι για να δείξει πώς αντιδρά το αυτοκίνητο όταν έχει «τσίτα» το γκάζι. Ούτε για να αποδείξει πως έχει τον έλεγχο ακόμα και μεθυσμένος. Ούτε για να εντυπωσιάσει το γυναικείο πληθυσμό με τους ελιγμούς και τις αψυχολόγητες προσπεράσεις.
Η έρευνα δεν έχει αποδείξει πως τα θανατηφόρα ατυχήματα σχετίζονται με άπειρους και νέους οδηγούς, οι οποίοι αντιμετωπίζονται με περισσή αυθάδεια από τους υπόλοιπους παλιούς και έμπειρους στο τιμόνι. Τα δακρύβρεχτα και μελό μηνύματα δε συγκινούν. Τα πρόστιμα που ανεβαίνουν δεν αποτρέπουν τους ασυνείδητους οδηγούς. Τους κάνουν, απλώς, να πιστεύουν πως θα πρέπει να σκεφτούν τα χρήματα και όχι την ανθρώπινη ζωή για να φερθούν σωστά στο δρόμο…
«Ο δρόμος είχε τη δική του ιστορία..»Δε χρειάζεται να αφήνουμε κι εμείς τα δικά μας, κόκκινα αποτυπώματα στην άσφαλτο.
Γίνε άντρας μικρούλη…Σε πολλούς το ευφυές δίστιχο θα θυμίσει μια παλιά διαφήμιση γνωστής γαλακτοβιομηχανίας που παρακινούσε τους μπόμπιρες να πίνουν γάλα, και μάλιστα της συγκεκριμένης εταιρείας ώστε να γίνουν, μια μέρα, γεροί και δυνατοί άντρες. Ωστόσο είναι αρκετά επίκαιρο και, ίσως, σημαία των απανταχού οδηγών αυτοκινήτων, ιδιαιτέρως δε των Ελλήνων οδηγών.
Αν επιχειρήσει κανείς μια αναδρομή στο παρελθόν, θα διαπιστώσει πως η κατασκευή του πρώτου αυτοκινήτου προέκυψε από την ανάγκη αντικατάστασης των συμπαθέστατων τετράποδων με οχήματα που θα μπορούσαν να καλύψουν πολλά χιλιόμετρα σε λιγότερο χρόνο. Και, πράγματι, ήταν μια πρωτοποριακή εφεύρεση που εκμηδένισε αποστάσεις και έφερε σε επαφή ανθρώπους. Έκτοτε, με το πέρασμα του χρόνου, η αγορά πρόσφερε όλο και περισσότερες ανέσεις με δόσεις που άσπριζαν τα μαλλιά της κεφαλής του κάθε ταπεινού αγοραστή για να τις εξοφλήσει. Το αυτοκίνητο έγινε απολύτως απαραίτητο και, έπειτα, τελείως αυτονόητο. Δεν κάλυπτε, απλώς τις ανάγκες μετακίνησης. Έγινε σύμβολο. Έπαψε να είναι ένα απλό μέσο μεταφοράς κι έγινε, πια, μέσο επίδειξης.
Η αλήθεια είναι η κατοχή ενός αυτοκινήτου δε σχετίζεται τόσο με την οικονομική άνεση του εκάστοτε μελλοντικού αγοραστή αλλά, κυρίως με την ξιπασιά που τον χαρακτηρίζει σαν άνθρωπο. Είναι γεγονός ότι ένας ευκατάστατος έως πλούσιος άνθρωπος έχει, σαφώς, περισσότερες δυνατότητες να αγοράσει ένα ακριβό αυτοκίνητο. Πόσοι είναι, όμως, εκείνοι που, προκειμένου να αποκτήσουν κάτι αντίστοιχο, δε διστάζουν να χρεωθούν «ως το λαιμό» για να το πετύχουν; Και ποιο είναι, τελικά, το ζητούμενο; Η ταχύτητα ή η ασφάλεια;
Παλιότερα, η απόκτηση διπλώματος αυτοκινήτου ήταν μια διαδικασία που αφορούσε ελάχιστους. Σήμερα, ελάχιστοι είναι εκείνοι που δεν οδηγούν. Σαφώς, οι ρυθμοί της ζωής και η πληθώρα υποχρεώσεων καθιστά κάτι τέτοιο αναγκαίο. Αναγκαίο είναι, όμως και να φτάσει ο καθένας στον προορισμό του, με τα δύο χέρια, τα δύο του πόδια και το κεφάλι του στη θέση του. Είναι, όμως πολλοί εκείνοι που δε φτάνουν ποτέ…Και οι θεωρίες του τύπου «αν έχει έρθει η ώρα σου» ή «ήταν η κακιά στιγμή» ταιριάζουν περισσότερο σε προπολεμικές εποχές που η γνώση και η μόρφωση ήταν πολυτέλεια…
Οι στατιστικές και οι μελέτες που βγαίνουν στη δημοσιότητα κάθε Χριστούγεννα, Πάσχα και Δεκαπενταύγουστο, λίγο πριν από κάθε «ηρωϊκή» έξοδο, αποδεικνύουν πως η χώρα μας διαθέτει μια αδιαμφισβήτητη πρωτιά στα τροχαία ατυχήματα. Η είδηση δεν προκαλεί έκπληξη. Μια φρίκη που κρατά ελάχιστα κάνει την εμφάνισή της. Η φρίκη, ή μάλλον η θλίψη και ο οίκτος που νιώθουμε όταν κάτι δεν μας αφορά προσωπικά. Λες και δε μπορεί να μας συμβεί ποτέ..
Η ταχύτητα, η αυτοπεποίθηση και η άγνοια οδηγεί σε τραγικούς απολογισμούς, σε μια «γενοκτονία», όπως πολύ εύστοχα χαρακτήρισε αυτήν την κατάσταση, παλιός οδηγός σε αγώνες ταχύτητας που δίνει, σήμερα, έναν άλλο «αγώνα» για μια καλύτερη οδηγική συμπεριφορά. Οι στατιστικές αναφέρουν ως πρώτη αιτία θανάτου για τις ηλικίες 18-44 τα τροχαία ατυχήματα. Ηλικίες πλέον αναπαραγωγικές αλλά και τέτοιες στις οποίες ο θάνατος δεν αντιμετωπίζεται ως φυσικό γεγονός. Δεν πρόκειται για γηρατειά ούτε για κάποια επάρατη νόσο την οποία δεν έχεις τη δυνατότητα να «σταματήσεις». Πρόκειται για μια συνειδητή επιλογή να βλάψεις τον εαυτό σου και, αν τα φέρει έτσι η ζωή και κάποιον τρίτο, ο οποίος (τι θράσος!)οδηγούσε, απλώς για να φτάσει στον προορισμό του. Όχι για να δείξει πώς αντιδρά το αυτοκίνητο όταν έχει «τσίτα» το γκάζι. Ούτε για να αποδείξει πως έχει τον έλεγχο ακόμα και μεθυσμένος. Ούτε για να εντυπωσιάσει το γυναικείο πληθυσμό με τους ελιγμούς και τις αψυχολόγητες προσπεράσεις.
Η έρευνα δεν έχει αποδείξει πως τα θανατηφόρα ατυχήματα σχετίζονται με άπειρους και νέους οδηγούς, οι οποίοι αντιμετωπίζονται με περισσή αυθάδεια από τους υπόλοιπους παλιούς και έμπειρους στο τιμόνι. Τα δακρύβρεχτα και μελό μηνύματα δε συγκινούν. Τα πρόστιμα που ανεβαίνουν δεν αποτρέπουν τους ασυνείδητους οδηγούς. Τους κάνουν, απλώς, να πιστεύουν πως θα πρέπει να σκεφτούν τα χρήματα και όχι την ανθρώπινη ζωή για να φερθούν σωστά στο δρόμο…
«Ο δρόμος είχε τη δική του ιστορία..»Δε χρειάζεται να αφήνουμε κι εμείς τα δικά μας, κόκκινα αποτυπώματα στην άσφαλτο.
ΑΡΘΡΑ-ΠΡΟΒΛΗΜΑΤΙΣΜΟΙ ΓΙΑ ΘΕΜΑΤΑ ΠΟΥ ΜΑΣ ΑΠΑΣΧΟΛΟΥΝ...
ΦΙΛΑΘΛΟΣ; ΜΠΟΡΕΙΤΕ ΝΑ ΜΕ ΒΟΗΘΗΣΕΤΕ ΛΙΓΟ;
Φίλαθλος: αυτός που αγαπά τον αθλητισμό και συμβαδίζει με τις αρχές του.
Δε τα λέω εγώ. Ο κύριος Μπαμπινιώτης δίνει τον ορισμό. Εγώ θέτω, απλώς, ένα ερώτημα. Μήπως θα έπρεπε να ξαναγραφτούν λεξικά στα οποία θα περιλαμβάνονται λέξεις που χρησιμοποιούμε, πια, στην καθημερινότητά μας και από τα οποία, βέβαια, θα αφαιρεθούν λέξεις «νεκρές»; Εκτός αν διατηρηθούν κάποιες, όπως για παράδειγμα η λέξη φίλαθλος ως ένα είδος αρχείου και όταν τις διαβάζει κανείς να αναπολεί τις ωραίες εκείνες εποχές που φίλαθλοι γέμιζαν τα γήπεδα, σφυρίζοντας χαρούμενα τον ύμνο της ομάδας τους μετά από νίκη ή βρίζοντας διακριτικά μετά από μία ακόμη άδικη ήττα.
Ο αθλητισμός, λένε, ενώνει τους λαούς, ενισχύει την άμιλλα, αυξάνει την αγωνιστικότητα. Πόσο ωραία ακούγονται όλα αυτά. Και είναι γνωστό σε όλους ότι αυτά τα αποφθέγματα «γεννήθηκαν» στην Ελλάδα, από Έλληνες φιλοσόφους με μηνύματα, όμως, πανανθρώπινα. Και ενώ ταξίδεψαν σε ολόκληρο τον κόσμο, προφανώς δεν επέστρεψαν στη γενέτειρά τους. Ή όταν ειπώθηκαν για πρώτη φορά το ποδόσφαιρο δεν είχε ακόμη ανακαλυφθεί…
Είναι δεδομένο, λοιπόν, ότι το ποδόσφαιρο αποτελεί το δημοφιλέστερο άθλημα παγκοσμίως. Αριθμεί, συνεπώς, δισεκατομμύρια «φιλάθλων». Η δημοτικότητά του συνεπάγεται άφθονο κεφάλαιο, ηχηρή διαφήμιση και αστέρες που ξεκινούν την καριέρα τους, πιθανότατα, από μία φτωχογειτονιά όπου μαθαίνουν τη «μπάλα» της αλάνας και καταλήγουν με διόλου ευκαταφρόνητα ποσά στην τσέπη διαφημίζοντας ανδρικά εσώρουχα ή ξυραφάκια… Ο κόσμος που παρακολουθεί, λοιπόν, γνωρίζει πολύ καλά το «παιχνίδι» που γίνεται με το δικό του πολύτιμο «παραδάκι» και αντί να διασκεδάσει την κατάσταση φανατίζεται, ξεσπά και ασκεί βία για να βρει το δίκιο του.
Ο φυσιολογικός φίλαθλος αρέσκεται να παρακολουθεί την πορεία της ομάδας του, να πηγαίνει στο γήπεδο για να τη στηρίξει, να καβγαδίζει με φιλάθλους αντίπαλων ομάδων μετά από ένα ντέρμπι και να μαθαίνει την πορεία των μεταγραφών. Αλλά μέχρι εκεί. Διότι γνωρίζει πολύ καλά πως το πραγματικό παιχνίδι παίζεται κάπου αλλού και εκεί δεν έχει καμία απολύτως δικαιοδοσία. Μπορεί να ονειρεύεται ένα καλύτερο αύριο και να πιστεύει, πραγματικά, ότι τα πράγματα θα αλλάξουν αλλά αυτό είναι αναφαίρετο δικαίωμά του.
Ο απαράδεκτος «φίλαθλος» είναι, καταρχάς, αυτός που αυτοαποκαλείται οπαδός και νιώθει προσβεβλημένος με τον χαρακτηρισμό «φίλαθλος», καθώς θεωρεί πως με έναν τρόπο υποβαθμίζεται ο ανδρισμός του. Είναι εκείνος που υποτιμά την ποιότητα και πορεία των υπόλοιπων ομάδων και που αντιμετωπίζει με αλαζονεία ό,τι δε φέρει τα διακριτικά της δικής του ομάδας. Αυτός που θα πάει στο γήπεδο τύφλα στο μεθύσι, για να βγάλει ό,τι απωθημένο κρύβει μέσα του. Θα είναι πάντοτε έτοιμος για ξύλο, εντός ή εκτός γηπέδου –άλλη μια καλή ευκαιρία να αναδείξει την ανωτερότητα της «φυλής» του και, φυσικά, δε θα διστάσει να κάνει κακό σε οποιονδήποτε τον αμφισβητήσει. Και με τη λέξη «κακό» αναφέρομαι ξεκάθαρα σε εγκληματικές ενέργειες.
Είναι πολλοί εκείνοι που νομίζουν ότι στον αθλητισμό δε χωρούν ευγένειες και ήθη γιατί το συναίσθημα επικρατεί της λογικής. Όταν η αδρεναλίνη «χτυπάει κόκκινο»ο έλεγχος χάνεται αυτόματα. Και το ποδόσφαιρο προσφέρει έντονες συγκινήσεις –από τρελή χαρά και πώρωση μέχρι πρωτόγονο θυμό.. Ας μη ξεχνάμε, ωστόσο, ότι παίζεται από ανθρώπους που διαθέτουν ένστικτο αλλά και λογική και απευθύνεται σε ανθρώπους…
Και αν κάποιοι πιστεύουν ότι όσα ανέφερα αποτελούν ελάχιστες εξαιρέσεις, ας ξεφυλλίσουν μία τυχαία εφημερίδα. Τότε, ίσως συνειδητοποιήσουν ότι σ’ αυτήν την απέραντη «ζούγκλα» ο φίλαθλος είναι πια είδος υπό εξαφάνιση…
Φίλαθλος: αυτός που αγαπά τον αθλητισμό και συμβαδίζει με τις αρχές του.
Δε τα λέω εγώ. Ο κύριος Μπαμπινιώτης δίνει τον ορισμό. Εγώ θέτω, απλώς, ένα ερώτημα. Μήπως θα έπρεπε να ξαναγραφτούν λεξικά στα οποία θα περιλαμβάνονται λέξεις που χρησιμοποιούμε, πια, στην καθημερινότητά μας και από τα οποία, βέβαια, θα αφαιρεθούν λέξεις «νεκρές»; Εκτός αν διατηρηθούν κάποιες, όπως για παράδειγμα η λέξη φίλαθλος ως ένα είδος αρχείου και όταν τις διαβάζει κανείς να αναπολεί τις ωραίες εκείνες εποχές που φίλαθλοι γέμιζαν τα γήπεδα, σφυρίζοντας χαρούμενα τον ύμνο της ομάδας τους μετά από νίκη ή βρίζοντας διακριτικά μετά από μία ακόμη άδικη ήττα.
Ο αθλητισμός, λένε, ενώνει τους λαούς, ενισχύει την άμιλλα, αυξάνει την αγωνιστικότητα. Πόσο ωραία ακούγονται όλα αυτά. Και είναι γνωστό σε όλους ότι αυτά τα αποφθέγματα «γεννήθηκαν» στην Ελλάδα, από Έλληνες φιλοσόφους με μηνύματα, όμως, πανανθρώπινα. Και ενώ ταξίδεψαν σε ολόκληρο τον κόσμο, προφανώς δεν επέστρεψαν στη γενέτειρά τους. Ή όταν ειπώθηκαν για πρώτη φορά το ποδόσφαιρο δεν είχε ακόμη ανακαλυφθεί…
Είναι δεδομένο, λοιπόν, ότι το ποδόσφαιρο αποτελεί το δημοφιλέστερο άθλημα παγκοσμίως. Αριθμεί, συνεπώς, δισεκατομμύρια «φιλάθλων». Η δημοτικότητά του συνεπάγεται άφθονο κεφάλαιο, ηχηρή διαφήμιση και αστέρες που ξεκινούν την καριέρα τους, πιθανότατα, από μία φτωχογειτονιά όπου μαθαίνουν τη «μπάλα» της αλάνας και καταλήγουν με διόλου ευκαταφρόνητα ποσά στην τσέπη διαφημίζοντας ανδρικά εσώρουχα ή ξυραφάκια… Ο κόσμος που παρακολουθεί, λοιπόν, γνωρίζει πολύ καλά το «παιχνίδι» που γίνεται με το δικό του πολύτιμο «παραδάκι» και αντί να διασκεδάσει την κατάσταση φανατίζεται, ξεσπά και ασκεί βία για να βρει το δίκιο του.
Ο φυσιολογικός φίλαθλος αρέσκεται να παρακολουθεί την πορεία της ομάδας του, να πηγαίνει στο γήπεδο για να τη στηρίξει, να καβγαδίζει με φιλάθλους αντίπαλων ομάδων μετά από ένα ντέρμπι και να μαθαίνει την πορεία των μεταγραφών. Αλλά μέχρι εκεί. Διότι γνωρίζει πολύ καλά πως το πραγματικό παιχνίδι παίζεται κάπου αλλού και εκεί δεν έχει καμία απολύτως δικαιοδοσία. Μπορεί να ονειρεύεται ένα καλύτερο αύριο και να πιστεύει, πραγματικά, ότι τα πράγματα θα αλλάξουν αλλά αυτό είναι αναφαίρετο δικαίωμά του.
Ο απαράδεκτος «φίλαθλος» είναι, καταρχάς, αυτός που αυτοαποκαλείται οπαδός και νιώθει προσβεβλημένος με τον χαρακτηρισμό «φίλαθλος», καθώς θεωρεί πως με έναν τρόπο υποβαθμίζεται ο ανδρισμός του. Είναι εκείνος που υποτιμά την ποιότητα και πορεία των υπόλοιπων ομάδων και που αντιμετωπίζει με αλαζονεία ό,τι δε φέρει τα διακριτικά της δικής του ομάδας. Αυτός που θα πάει στο γήπεδο τύφλα στο μεθύσι, για να βγάλει ό,τι απωθημένο κρύβει μέσα του. Θα είναι πάντοτε έτοιμος για ξύλο, εντός ή εκτός γηπέδου –άλλη μια καλή ευκαιρία να αναδείξει την ανωτερότητα της «φυλής» του και, φυσικά, δε θα διστάσει να κάνει κακό σε οποιονδήποτε τον αμφισβητήσει. Και με τη λέξη «κακό» αναφέρομαι ξεκάθαρα σε εγκληματικές ενέργειες.
Είναι πολλοί εκείνοι που νομίζουν ότι στον αθλητισμό δε χωρούν ευγένειες και ήθη γιατί το συναίσθημα επικρατεί της λογικής. Όταν η αδρεναλίνη «χτυπάει κόκκινο»ο έλεγχος χάνεται αυτόματα. Και το ποδόσφαιρο προσφέρει έντονες συγκινήσεις –από τρελή χαρά και πώρωση μέχρι πρωτόγονο θυμό.. Ας μη ξεχνάμε, ωστόσο, ότι παίζεται από ανθρώπους που διαθέτουν ένστικτο αλλά και λογική και απευθύνεται σε ανθρώπους…
Και αν κάποιοι πιστεύουν ότι όσα ανέφερα αποτελούν ελάχιστες εξαιρέσεις, ας ξεφυλλίσουν μία τυχαία εφημερίδα. Τότε, ίσως συνειδητοποιήσουν ότι σ’ αυτήν την απέραντη «ζούγκλα» ο φίλαθλος είναι πια είδος υπό εξαφάνιση…
Σάββατο 9 Οκτωβρίου 2010
Eloisa to Abelard-Alexander Pope(source of the movie titled Eternal sunshine of a spotless mind)
How happy is the blameless vestal's lot!
The world forgetting, by the world forgot.
Eternal sunshine of the spotless mind!
Each pray'r accepted, and each wish resign'd;
Labour and rest, that equal periods keep;
"Obedient slumbers that can wake and weep;"
Desires compos'd, affections ever ev'n,
Tears that delight, and sighs that waft to Heav'n.
Grace shines around her with serenest beams,
And whisp'ring angels prompt her golden dreams.
For her th' unfading rose of Eden blooms,
And wings of seraphs shed divine perfumes,
For her the Spouse prepares the bridal ring,
For her white virgins hymeneals sing,
To sounds of heav'nly harps she dies away,
And melts in visions of eternal day.
The world forgetting, by the world forgot.
Eternal sunshine of the spotless mind!
Each pray'r accepted, and each wish resign'd;
Labour and rest, that equal periods keep;
"Obedient slumbers that can wake and weep;"
Desires compos'd, affections ever ev'n,
Tears that delight, and sighs that waft to Heav'n.
Grace shines around her with serenest beams,
And whisp'ring angels prompt her golden dreams.
For her th' unfading rose of Eden blooms,
And wings of seraphs shed divine perfumes,
For her the Spouse prepares the bridal ring,
For her white virgins hymeneals sing,
To sounds of heav'nly harps she dies away,
And melts in visions of eternal day.
Σταγόνες...
Σταγόνες έμπνευσης, χαράς, γνώσης, γέλιου...αυτά δηλώνει ο τίτλος του ιστολογίου που, χρόνια τώρα, σκεφτόμουν να δημιουργήσω..ελπίζω οι επιλογές και οι απόψεις μου να σας κινήσουν το ενδιαφέρον και γιατί όχι να σας αρέσουν...Καλωσόρισα, λοιπόν!!!!
Εγγραφή σε:
Σχόλια (Atom)